Σημαντική είδηση:
24.07.2026 | 22:28
Επίδαυρος: Η βροχή διέκοψε την «Ειρήνη»

Θοδωρής Γκόνης: Τα «Πορτοκάλια» της Επιδαύρου και το στοίχημα της Ακροναυπλίας

Ο σπουδαίος Ναυπλιώτης δημιουργός μιλά αποκλειστικά στον «Αναγνώστη Πελοποννήσου» για τη σχέση του με την πόλη, τον σχεδιασμό του νέου Φεστιβάλ Ακροναυπλίας και την παράσταση που ανεβαίνει στο Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου.
Θοδωρής Γκόνης

Μια βαθιά εξομολόγηση για τους τόπους, τις μνήμες και τους ανθρώπους της Αργολίδας καταθέτει ο πολυπράγμων σκηνοθέτης, συγγραφέας και στιχουργός Θοδωρής Γκόνης, σε μια αποκλειστική και εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη που παραχώρησε στην έντυπη έκδοση του «Αναγνώστη Πελοποννήσου».

Με αφορμή την παράστασή του «Πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου» στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου, αλλά και τον σχεδιασμό του νέου πολιτιστικού θεσμού του Φεστιβάλ Ακροναυπλίας, ο Ναυπλιώτης δημιουργός επιστρέφει στην αφετηρία του. Κοιτάζει πίσω από την «πρόσοψη» και βουτά στα «σπλάχνα» της πόλης όπου μεγάλωσε, εκεί όπου οι λαϊκές γωνιές της Συγγρού και της Πλαπούτα, οι πικροδάφνες της Αρβανιτιάς και οι φιγούρες των καθημερινών, απλών ανθρώπων μετατρέπονται σε πολύτιμη θεατρική και μουσική πρώτη ύλη.

Γεννημένος στην Γκάτζια, με ρίζες από την Αλωνίσταινα και με μια σπάνια αισθητική ματιά που σμιλεύτηκε ανάμεσα στον αργολικό κάμπο και τον αρκαδικό ορεινό όγκο, ο Θοδωρής Γκόνης ξετυλίγει τον δικό του «αργολικό μύθο» και εξηγεί γιατί αυτός ο ευλογημένος τόπος πρέπει να κερδίζεται κάθε μέρα από την αρχή.

Διαφήμιση
Γκόνης μικρός
Γκόνης κτελ Ναύπλιο
Γκόνης Παλαμήδι

Ακολουθεί αυτούσια η συνέντευξη, όπως δημοσιεύθηκε στη Βανέσα Μαυρόγιαννη για στο φύλλο του «Αναγνώστη Πελοποννήσου»:

Θοδωρής Γκόνης: Ο τόπος μου δεν έχουν μόνο πρόσοψη, έχει και σπλάχνα

Το Ναύπλιο παραμένει σταθερή αναφορά στη ζωή και στο έργο του Θοδωρή Γκόνη, σκηνοθέτη, συγγραφέα, ποιητή και στιχουργού, γεννημένου στην Γκάτζια, με ρίζες και στην Αλωνίσταινα Αρκαδίας. Σε αποκλειστική συνέντευξή του στον «Αναγνώστη Πελοποννήσου», μιλά για την παράσταση «Πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου», που φέτος ανεβαίνει στο Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, καθώς και για το Φεστιβάλ Ακροναυπλίας, τον νέο πολιτιστικό θεσμό που ο ίδιος σχεδίασε για την πόλη όπου μεγάλωσε, μετά τη μακρόχρονη θητεία του στο Φεστιβάλ Φιλίππων στην Καβάλα.

Διαφήμιση

Η σχέση του με το Ναύπλιο περνά μέσα από συγκεκριμένους τόπους. Θυμάται με ιδιαίτερη στοργή τη γωνία Συγγρού και Πλαπούτα, απέναντι από το Δικαστικό Μέγαρο, όπου κάποτε βρίσκονταν εστιατόρια, βουλκανιζατέρ και τα πρακτορεία λεωφορείων, μια περιοχή που περιγράφει σαν «μελίσσι ζωής». Αν έπρεπε να ξεναγήσει έναν επισκέπτη στην πόλη, λέει, θα τον περπατούσε ακριβώς εκεί, στην Ενδεκάτη και στην Πρόνοια, χωρίς πολλά λόγια, «σαν ένα GPS».

Για το Φεστιβάλ Ακροναυπλίας, ο σκηνοθέτης εξηγεί πως από την πρώτη στιγμή η επιδίωξη ήταν να απευθύνεται όχι μόνο στους κατοίκους της πόλης, αλλά και σε όσους έρχονται στο Ναύπλιο ως επισκέπτες. Ήθελε ένα φεστιβάλ με δική του ταυτότητα και διαφορετικό θέμα κάθε φορά, τοπικής καλλιέργειας αλλά ανοιχτό σε ευρύτερους ορίζοντες, που θα παραγγέλνει έργα σε καλλιτέχνες με αφετηρία την ιστορία και τη λογοτεχνία του τόπου. Ξεχωριστή θέση στον σχεδιασμό του έχουν, όπως τονίζει, όσοι δεν βρίσκονται πια εδώ· «οι νεκροί αυτής της πόλης», όπως τους αποκαλεί, γιατί «πάντα αυτοί δίνουν τον τόπο σε μια πόλη».

Στο Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου, ο Γκόνης παρουσιάζει το πορτοκάλι όχι απλώς ως φρούτο της αργολικής γης, αλλά ως ευχή που κρύβει ιστορίες. Αυτές τις ιστορίες θα αφηγηθεί στην Παλαιά Επίδαυρο μαζί με τους συνεργάτες του, ευχαριστώντας παράλληλα το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου και τον διευθυντή του Μιχαήλ Μαρμαρινό. Όπως λέει, είναι μια ιστορία που «τη ζητούσε χρόνια ο αφηγητής».

Θοδωρής Γκόνης

Ερώτηση: Κύριε Γκόνη, γεννηθήκατε στην Γκάτζια και μεγαλώσατε στο Ναύπλιο, ενώ οι οικογενειακές σας ρίζες κρατούν από την Αλωνίσταινα Αρκαδίας. Πώς λειτούργησε αυτό το διπλό πελοποννησιακό βίωμα, ανάμεσα στον αργολικό κάμπο και τον αρκαδικό ορεινό όγκο, στη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής σας ταυτότητας;

Γκόνης: Το συναίσθημα είναι αυτό που συνδέει κάθε άνθρωπο με την τοπογραφία του, με τον τόπο της καταγωγής του. Και το συναίσθημα αυτό πάντα και για πάντα θα σε τροφοδοτεί: Η ιστορία του, οι άνθρωποί του, οι ιστορίες τους, οι νεκροί του που πλειοψηφούν πάντα και που σου ζητούν, που ψάχνουν τον αφηγητή τους. Εγώ μπορεί να έφυγα μακριά – έτσι έπρεπε – αλλά δεν έπαψα ποτέ να κοιτάζω πίσω. Δεν φοβήθηκα, κοιτάζω πάντα την αγάπη μου που είναι οι τόποι μου. Μεγάλωσα και μεγαλώνω με τις πρώτες μου αγάπες από τα μικρά μου νύχια. Από το στόμα τους κλέβω λόγια και νερό από αυτούς τους τόπους, από αυτούς τους ανθρώπους. Και τώρα που ξανακατεβαίνω, μπορώ να πω ότι επιστρέφω στο επίπεδο της αφετηρίας μου. Και ξέρετε, οι τόποι δεν έχουν μόνο πρόσοψη, έχουν και σπλάχνα. Και αυτά προσπαθώ να δω και να πω με τα τραγούδια ή με τις παραστάσεις.

Ερώτηση: Το Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου φιλοξενεί την παράστασή σας στα «Πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου». Πώς μετατρέπεται ένα τόσο εμβληματικό τοπικό προϊόν και σύμβολο της αργολικής γης σε θεατρική και μουσική πρώτη ύλη;

Γκόνης: Μα το πορτοκάλι δεν είναι μόνο φρούτο, αλλά και μια ευχή που τυλίχτηκε σε ένα πορτοκαλί χρώμα που φέρνει καλή τύχη, και μέσα στη σάρκα του κρύβει πάρα πολλές ιστορίες. Μια τέτοια ιστορία, λοιπόν, θα αφηγηθούμε στην Παλαιά Επίδαυρο με λόγια και τραγούδια, με τους συνεργάτες μου. Στο Φεστιβάλ Επιδαύρου, με τον Φώτη Σιώτα, την Ιωάννα Παππά, τη Χριστίνα Μαξούρη, τη Μαρία Μπαχά, τον Χάρη Χαραλάμπους, τη Ροξάνη Καρφή – όλους τους, έναν προς έναν, τους ευχαριστώ – όπως και φυσικά το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου και τον διευθυντή του Μιχαήλ Μαρμαρινό. Είναι μια ιστορία που θα ακουστεί εκεί, που νομίζω ότι τη ζητούσε χρόνια, τη ζητούσε για χρόνια ο αφηγητής.

Ερώτηση: Η Αρβανιτιά φαίνεται να αποτελεί τόπο έμπνευσης και σημείο αναφοράς στο έργο σας. Τι σημαίνει για εσάς αυτός ο συγκεκριμένος γεωγραφικός και ιστορικός χώρος της πόλης όπου μεγαλώσατε και πώς ανασύρετε τις μνήμες του στο χαρτί;

Γκόνης: Η Αρβανιτιά είναι η πρώτη μου βουτιά στη μυτίτσα, η πρώτη πατητή, η πρώτη μου γλυκιά αλμύρα στη γλώσσα μου. Οι άνθρωποί μου, οι φίλοι μου, οι συμμαθητές μου, τα παιδιά που δουλεύαμε μαζί στα εστιατόρια και στα συνεργεία και κλέβαμε μια ώρα άδεια από το αφεντικό για να κολυμπήσουμε, να δροσιστούμε. Και η ανηφοριά της μέχρι να φτάσουμε στη δροσιά της, και αυτή η μυρωδιά από τις πικροδάφνες τα μεσημέρια με τον μεγάλο καύσωνα. Αυτή η μυρωδιά έμεινε για πάντα στη μνήμη μου.

Ερώτηση: Κοιτάζοντας πίσω στο 1992, στο ξεκίνημα της σκηνοθετικής σας διαδρομής, συναντάμε τη συνεργασία σας με το Δημοτικό Θέατρο Άργους, όπου ανεβάσατε τον «Φιάκα» και το «Ποιος ήταν ο φονεύς του αδελφού μου». Ποιες αναμνήσεις κρατάτε από εκείνη την πρώτη επαγγελματική επαφή με το θεατρικό κοινό της Αργολίδας;

Γκόνης: Ναι, θυμάμαι. Δεν ήταν ακριβώς επαγγελματική, ήταν μια συνάντηση με ζεστούς, χαρούμενους ανθρώπους. Ερασιτέχνες που είχαν το μεράκι, πέρα από το επάγγελμά τους, να έχουν και μια καλλιτεχνική ενασχόληση, και αυτό είναι πάρα πολύ ωραίο και σπουδαίο. Τους θυμάμαι με πολλή αγάπη. Αλλά το Άργος για μένα είναι πάντα το μεγάλο παζάρι και αυτή η ποδοσφαιρική κόντρα μεταξύ Παναργειακού και Παναυπλιακού!

Ερώτηση: Μετά από μια μακρά και άκρως επιτυχημένη θητεία ως καλλιτεχνικός διευθυντής στο Φεστιβάλ Φιλίππων στην Καβάλα, αναλάβατε το πρώτο Φεστιβάλ Ακροναυπλίας. Πώς σχεδιάζει κανείς έναν νέο πολιτιστικό θεσμό για έναν τόσο φορτισμένο ιστορικά χώρο της ιδιαίτερης πατρίδας του;

Γκόνης: Ναι, από την πρώτη στιγμή είπαμε ότι το Φεστιβάλ Ακροναυπλίας θέλουμε να είναι ένα φεστιβάλ δημιουργίας. Δηλαδή, οι παραστάσεις του να μην απευθύνονται μόνο στους κατοίκους της πόλης, αλλά και σε αυτούς που έρχονται στο Ναύπλιο ως επισκέπτες, ως προσκυνητές. Θέλαμε να έχει τη δική του ταυτότητα, τη δική του ματιά, το δικό του θέμα, διαφορετικό κάθε φορά, αλλά να είναι ένα πραγματικό φεστιβάλ. Ένα φεστιβάλ, λέγαμε, τοπικής μεν καλλιέργειας, αλλά ταυτόχρονα που θα αναπτύσσεται και θα ανοίγεται σε οικουμενικότερες περιοχές. Θα παρήγγειλε έργα σε καλλιτέχνες και δημιουργούς, σε επαγγελματίες, έργα που το θέμα τους ξεκινάει μεν από την ιστορία και τη λογοτεχνία του τόπου, αλλά θα είναι ένα φεστιβάλ που θα παράγει και θα υποδέχεται, φυσικά. Και θα έχει κυρίως τη σκέψη πάντα σε αυτούς που αποχώρησαν, που δεν είναι πια σε αυτόν τον τόπο παρόντες. Θα υπολογίζει και θα σκέφτεται και αυτούς, δηλαδή τους νεκρούς αυτής της πόλης. Γιατί πάντα αυτοί δίνουν τον τόπο σε μια πόλη. Άμα δει κανείς την τοπογεωγραφία του Ναυπλίου, όχι μόνο του Ναυπλίου, της Αργολίδας ολόκληρης, θα το καταλάβει. Και θέλουμε το φεστιβάλ αυτό, λοιπόν, να μιλάει και για αυτούς.

Ερώτηση: Στους στίχους και στα πεζά σας κείμενα ο αργολικός κάμπος εμφανίζεται συχνά ως ένας τόπος γεμάτος αρώματα και φως, αλλά και κρυμμένα μυστικά. Πιστεύετε ότι η Αργολίδα διαθέτει μια δική της αυτόνομη μυθολογία που περιμένει ακόμα να ανακαλυφθεί από τους σύγχρονους δημιουργούς;

Γκόνης: Μπορώ να πω ότι ο τόπος μας αυτός είναι τόσο όμορφος και τόσο γεμάτος από ιστορίες, που πραγματικά περιμένει. Φυσικά! Ο τόπος αυτός είναι γεμάτος ιστορίες, μόνο που είναι αυτό που πολύ εύστοχα λέει, νομίζω, ο Σεφέρης: δεν είναι δικός μας, ποτέ δεν είναι δικός μας, πρέπει να τον κερδίζει κανείς κάθε μέρα για να γίνεται δικός του. Για μένα πάντα, μπορώ να πω ότι γερνάω με τις πρώτες μου αγάπες, είμαι επίμονος. Ο τόπος μού έχει δώσει πάρα πολλές ιστορίες μέσα από τα τραγούδια ή τα κείμενα. Εγώ θα ήθελα λοιπόν να πω σαν αυτό ότι, ναι, ισχύει. Αυτό που είπα, δηλαδή, ότι ο τόπος αυτός είναι γεμάτος από ιστορίες. Μόνο που πρέπει κανείς να τον διεκδικεί, γιατί δεν είναι δικός μας, πρέπει να τον κερδίζει κανείς κάθε μέρα αυτό

Ερώτηση: Το Χορωδιακό Εργαστήρι Ναυπλίου σας τίμησε πρόσφατα με ένα μεγάλο αφιέρωμα υπό τον τίτλο «Στους πορτοκαλεώνες των στίχων διαβαίνει η μουσική». Πώς νιώθει ένας δημιουργός όταν βλέπει τους συμπολίτες του να τραγουδούν τα μελοποιημένα σας λόγια στον τόπο που γεννήθηκαν οι πρώτες σας εικόνες;

Γκόνης: Μόνο ευγνωμοσύνη. Το Χορωδιακό Εργαστήρι Ναυπλίου και ο Γιάννης ο Νικολόπουλος κάνουν πολύ σπουδαία δουλειά. Έχω ακούσει την εργασία τους και τη θαύμασα. Τους ευχαριστώ από καρδιάς, δηλαδή είναι η συγκίνηση ότι ακούγονται αυτά τα λόγια και αυτά τα ονόματα στον τόπο τους. Γιατί είναι για μένα πολύ συγκινητικό.

Ερώτηση:  Έχοντας τελειώσει το γυμνάσιο στο Ναύπλιο, πριν φύγετε για σπουδές στην Αθήνα, ποια στοιχεία εκείνης της εφηβικής επαρχιακής πόλης των περασμένων δεκαετιών νοσταλγείτε και ποια από αυτά εντοπίζετε να έχουν χαθεί οριστικά στο σύγχρονο real estate και τον τουρισμό της περιοχής;

Γκόνης: Καθώς ζούσα την εποχή που ζούσα, δηλαδή στο Ναύπλιο, ευτυχώς δεν καταλάβαινα. Ξέρετε, όταν ζεις από κοντά, όταν είσαι μικρός, ευτυχώς δεν καταλαβαίνεις και πολλά, δεν μπορείς να δεις τις πραγματικές διαστάσεις. Γιατί οι τόποι δεν είναι αυτό που λέγαμε, δεν είναι μόνο η πρόσοψη, αυτό που βλέπεις. Έχουν και σπλάχνα, και αυτό το καταλαβαίνεις αργότερα όταν επισκέπτεσαι τον τόπο. Όταν αρχίζεις να επισκέπτεσαι τον χώρο της μνήμης, και τότε καταλαβαίνεις τις πραγματικές διαστάσεις. Προσπαθώ και εγώ καμιά φορά να σκεφτώ το παιδί αυτό που ήμουν όταν ήμουν στο Ναύπλιο, μικρό παιδί, και το ψάξιμό μου είναι μεγάλο. Το Ναύπλιο ήταν μια πόλη που οι άνθρωποι το βίωναν τότε. Τώρα φοβάμαι ότι δεν βιώνεται, αλλά μάλλον φωτογραφίζεται πιο πολύ. Δεν γνωρίζω το μέλλον αυτού του τρόπου ζωής, αλλά το παρατηρώ.

Εγώ θυμάμαι και αγαπώ πάρα πολύ τη γωνία αυτή Συγγρού και Πλαπούτα, απέναντι από το Δικαστικό Μέγαρο, που ήταν εστιατόρια, τα βουλκανιζατέρ, το πρακτορείο της Επιδαύρου, το πρακτορείο των Αθηνών, το περίπτερο απέναντι, τα ταξί, που ήταν μια ζωή που είχε μια λαϊκή πλευρά το Ναύπλιο, ήταν ένα μελίσσι ζωής. Και όλος ο κόσμος μέχρι την Πρόνοια και στην Ενδεκάτη, που σήμερα δεν υπάρχουν αυτά, υπάρχουν άλλα πράγματα. Εγώ που σκέφτομαι αυτή τη γωνία εκεί, που έχω μεγαλώσει και έχω εργαστεί εκεί, ομολογουμένως είναι κάτι που είναι σαν να ήταν ο παράδεισος και ήταν πάντα μισάνοιχτη η πόρτα του παραδείσου και έμπαινες σε αυτή τη γωνιά. Κάτι που τώρα δεν το βλέπω. Τώρα η πόλη είναι τουριστική, είναι διαφορετική. Θα δούμε πού θα πάει αυτό, δεν είμαι ούτε απαισιόδοξος ούτε αισιόδοξος.

Ερώτηση: Η Αργολίδα είναι ένας τόπος όπου το αρχαίο δράμα (Επίδαυρος) συνυπάρχει με τη νεοελληνική ιστορία (Ναύπλιο, Καποδίστριας). Με ποιο τρόπο αυτή η διαρκής συμβίωση με τα δύο μνημεία επηρεάζει την καθημερινότητα των ανθρώπων της και, κατ’ επέκταση, τη δική σας σκηνοθετική ματιά;

Γκόνης: Κοιτάξτε, η Αργολίδα, το Ναύπλιο και η Επίδαυρος σου δίνει μια δραματουργία μες στη δουλειά σου, μες στη ζωή σου. Όταν ένα μικρό παιδί μεγαλώνει στο Ναύπλιο και καθημερινά τα πρωινά συναντάει τον Καποδίστρια ή τον Κολοκοτρώνη καθώς πηγαίνει προς το σχολείο, δεν έχει και μεγάλη επίγνωση τι ακριβώς συμβαίνει. Αυτό όμως κάθεται στο δέρμα του, στη ματιά του, στην αναπνοή του και σιγά-σιγά μέσα από αυτό καταλαβαίνει πολλά πράγματα. Είναι ένας ευλογημένος τόπος, ο οποίος όμως είναι και ευχή και κατάρα μαζί, ανάλογα με το πώς θα τον διαχειριστεί κανείς.

Ερώτηση: Αν έπρεπε να ξεναγήσετε έναν ξένο στην Αργολίδα μέσα από τρία συγκεκριμένα μνημεία που αποτελούν για εσάς τις προσωπικές σας «γεωγραφικές σταθερές» ή πηγές έμπνευσης, ποια θα ήταν αυτά και γιατί;

Γκόνης: Θα έπαιρνα αγκαζέ αυτών τον άνθρωπο και θα τον πήγαινα πάλι σε αυτή τη γωνία όπως σας είπα, Συγγρού και Πλαπούτα, ή στην Ενδεκάτη ή στην αρχή της Πρόνοιας. Και θα τον περπατούσα μέσα σε αυτή τη λαϊκή πλευρά του Ναυπλίου. Θα τον πήγαινα μετά στο γήπεδο να δει έναν αγώνα Παναυπλιακού – Παναργειακού. Θα τον πήγαινα στην άλλη πλευρά της πόλης, στην Πρόνοια, στην πλατεία, στα στενά της Πρόνοιας. Θα τον πήγαινα στα σφαγεία, στην οδό Φωτομάρα. Θα περπατούσα μαζί του και δεν θα του έλεγα πολλά, απλώς θα ήμουν ένα GPS, ας το πούμε σήμερα χαριτολογώντας, όπου θα τον γυρνούσα σε αυτές τις πλευρές της πόλης. Δεν θα του μιλούσα για τα μεγάλα και τα σπουδαία, γιατί αυτά θα τα έβλεπε μόνος του.

Ερώτηση: Κύριε Γκόνη, έχετε γράψει στίχους για εμβληματικά τραγούδια που έχουν ριζώσει βαθιά στο συλλογικό μας ασυνείδητο. Πολλοί από αυτούς τους στίχους κουβαλούν τη μελαγχολία, το φως, τις πέτρες και τα αρώματα της Αργολίδας. Πώς είναι να βλέπετε αυτά τα βιώματα του τόπου μας να ταξιδεύουν σε όλη την Ελλάδα μέσα από τις γνωστές φωνές του ελληνικού ρεπερτορίου; Αισθάνεστε ότι το ελληνικό τραγούδι υπήρξε για εσάς ο πιο άμεσος τρόπος για να κάνετε τον δικό σας «αργολικό μύθο» κτήμα όλων των Ελλήνων;

Γκόνης: Μακάρι να συμβαίνει αυτό, είναι πολύ μεγάλο αυτό που λέτε. Είναι αλήθεια ότι, όμως, αυτό που πιο πολύ με συγκινεί είναι τα ονόματα των ανωνύμων και ταπεινών ανθρώπων που παρελαύνουν μέσα στα τραγούδια. Είτε είναι αυτά παιδιά των συνεργείων, των εστιατορίων, είτε αυτά που σας έλεγα της λαϊκής πλευράς του Ναυπλίου: σερβιτόροι, ποδοσφαιριστές, ταξιτζήδες, άνθρωποι απλοί που πουλάνε στη λαϊκή αγορά, συμμαθητές μου που δεν σπούδασαν και έμειναν μετά το σχολείο στο Ναύπλιο, στο Άργος ή στο χωριό μου. Αυτοί είναι οι ήρωες των τραγουδιών.

Φυσικά η μεγάλη σκηνογραφία, το φόντο, είναι η πόλη και η ιστορία της, αλλά το θέμα είναι οι άνθρωποι που περπάτησαν και περπατούν αυτόν τον τόπο. Και χαίρομαι αν μπόρεσα, λέγοντας τα ονόματά τους, τα ονόματα των τόπων και τα ονόματα των ανθρώπων, να κρατήσω κάτι από τη μνήμη τους μέσα στο ελληνικό τραγούδι, που είναι μεγάλο και χωράει πάρα πολλά και πολλούς.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Δείτε τις τελευταίες ειδήσεις εδώ

Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

newsletter banner anagnostis