Περιφερειακός Τύπος: αίτημα για ενιαία τιμή στις κρατικές δημοσιεύσεις

Ο περιφερειακός Τύπος λειτουργεί χωρίς καμία θεσμική ενίσχυση εδώ και χρόνια. Το νέο υπόμνημα των κλαδικών ενώσεων επιχειρεί να αλλάξει τουλάχιστον ένα κομμάτι αυτής της εικόνας.
Εφημερίδες τοπικός τύπος

Η Ένωση Ιδιοκτητών Επαρχιακού Τύπου (ΕΙΕΤ) και ο Σύνδεσμος Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων (ΣΗΠΕ) και απευθύνθηκαν στις 7 Μαΐου 2026 με κοινό υπόμνημα στον υπουργό Εθνικής Οικονομίας Κυριάκο Πιερρακάκη και στον υφυπουργό αρμόδιο για τα ΜΜΕ Παύλο Μαρινάκη. Το αίτημα: ενοποίηση της τιμής τιμολόγησης των υποχρεωτικών κρατικών δημοσιεύσεων σε μια ενιαία τιμή 0,50 ευρώ ανά χιλιοστόμετρο.

Τρεις τιμές για το ίδιο πράγμα και κανείς δεν ξέρει ποια ισχύει

Σήμερα, οι υποχρεωτικές κρατικές δημοσιεύσεις στον περιφερειακό Τύπο τιμολογούνται με τρεις διαφορετικές τιμές: 0,20€ ανά χιλιοστόμετρο για εφημερίδες με πωλήσεις έως 5.000 φύλλα, 0,30€ για πάνω από 5.000 φύλλα και 0,50€ όταν την δαπάνη επιβαρύνεται ο ανάδοχος έργου ή προμήθειας. Το πλαίσιο αυτό θεσπίστηκε με το άρθρο 4 παρ.2 του Ν.3548/07 και την ΚΥΑ του 2008 και έκτοτε δεν άλλαξε τίποτα.

Δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, οι τιμές παραμένουν ίδιες. Το κόστος έκδοσης, όχι.

Διαφήμιση

Χαρτί, εκτύπωση, ενέργεια, μεταφορές, μισθοδοσία, όλα έχουν εκτοξευτεί. Στο ίδιο διάστημα, ο κλάδος πέρασε οικονομική κρίση, πανδημία, ενεργειακή κρίση, ψηφιακό μετασχηματισμό. Παράλληλα, οι κρατικές ενισχύσεις που για δεκαετίες στήριζαν τον περιφερειακό Τύπο καταργήθηκαν στη μνημονιακή περίοδο και δεν επανήλθαν.

Το μεγάλο πρόβλημα: η διάκριση «δημοσίου» και «αναδόχου»

Η πολλαπλότητα των τιμών δεν είναι απλώς άδικη. Είναι δυσλειτουργική. Καθημερινά, εφημερίδες και λογιστήρια δημόσιων φορέων μαλώνουν για το αν ισχύει η «τιμή δημοσίου» ή η «τιμή αναδόχου». Σε άγονους διαγωνισμούς, η σύγχυση γεννά πρόσθετη γραφειοκρατία και καθυστερήσεις στην εξόφληση τιμολογίων.

Διαφήμιση

Το πρόβλημα επιδεινώθηκε με τον Ν.5005/22: μια διάταξη που θεσπίστηκε για να επιταχύνει τις πληρωμές, από πολλούς φορείς ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, σύμφωνα με τις ενώσεις, ως υποχρέωση χρέωσης με «τιμή δημοσίου» αντί «αναδόχου». Αποτέλεσμα: ακόμα μεγαλύτερη ασάφεια.

Τα νούμερα που στηρίζουν το αίτημα

Το συνολικό ετήσιο κόστος των υποχρεωτικών δημοσιεύσεων που εξοφλούν οι ανάδοχοι στις περίπου 200 ημερήσιες και εβδομαδιαίες περιφερειακές εφημερίδες ανέρχεται σε 4,5 εκατ. ευρώ. Πρόκειται, όπως επισημαίνουν ΣΗΠΕ και ΕΙΕΤ, για ποσό που αντιστοιχεί σε ένα μόνο έργο ενός μόνο αναδόχου σε ολόκληρη τη χώρα.

Από την άλλη, σχεδόν το 95% των δημοσιεύσεων διακηρύξεων και προκηρύξεων βαρύνει αναδόχους, όχι τον κρατικό προϋπολογισμό. Η ενοποίηση στα 0,50€, δηλαδή στην τιμή που ήδη ισχύει για τους αναδόχους, δεν αυξάνει ουσιαστικά τη δαπάνη για το Δημόσιο.

Αν αντίθετα επικρατήσει η λογική της ισοπέδωσης προς τα κάτω, δηλαδή ενιαία τιμή στα χαμηλότερα επίπεδα, οι εφημερίδες θα χάσουν περίπου το 60% του σχετικού εσόδου, ενώ αντίστοιχη απώλεια σε ΦΠΑ και φόρους θα σημειωθεί και για το κράτος.

Η πρόταση: μία τιμή, μηδέν σύγχυση

ΕΙΕΤ και ΣΗΠΕ ζητούν έκδοση νέας ΚΥΑ από τους υπουργούς Οικονομικών και αρμόδιο για τα ΜΜΕ, που θα ενοποιεί σε μια κατηγορία όλες τις υποχρεωτικές κρατικές δημοσιεύσεις, ανεξάρτητα από αριθμό φύλλων και από το αν πληρώνει ο φορέας ή ο ανάδοχος. Η τιμή: 0,50€ ανά χιλιοστόμετρο. Καμία αύξηση από την ισχύουσα τιμή αναδόχου, απλώς επέκτασή της ως ενιαίου κανόνα.

Το υπόμνημα υπογράφουν ο πρόεδρος του ΣΗΠΕ Γιώργος Μιχαλόπουλος και ο πρόεδρος της ΕΙΕΤ Αντώνης Μουντάκης. Κοινοποιείται στον υφυπουργό Εθνικής Οικονομίας Θάνο Πετραλιά. Συνοδεύεται από αιτιολογική έκθεση.

Το υπόμνημα των δύο ενώσεων προς την κυβέρνηση

Ακολουθεί αυτούσιο το υπόμνημα της Ένωσης Ιδιοκτητών Επαρχιακού Τύπου (ΕΙΕΤ) και του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων (ΣΗΠΕ) προς τον Κυριάκο Πιερρακάκη, Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Παύλο Μαρινάκη, τον Υφυπουργό στον Πρωθυπουργό, αρμόδιο για τα ΜΜΕ και τον Θάνο Πετραλιά, Υφυπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, με θέμα: Ενοποίηση της τιμής τιμολόγησης των υποχρεωτικών κρατικών δημοσιεύσεων στον περιφερειακό Τύπο.

«Ο Σύνδεσμος Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων (ΣΗΠΕ) και η Ένωση Ιδιοκτητών Επαρχιακού Τύπου (ΕΙΕΤ), υποβάλλουμε από κοινού το παρόν Υπόμνημα, με σκοπό την αντιμετώπιση ενός χρόνιου και ιδιαίτερα επιβαρυντικού προβλήματος που αφορά τον τρόπο τιμολόγησης των υποχρεωτικών κρατικών δημοσιεύσεων στον περιφερειακό Τύπο.

Εισαγωγή ‐ Το ισχύον καθεστώς.

Όπως είναι γνωστό τόσο ο τρόπος τιμολόγησης των υποχρεωτικών εκ του νόμου δημοσιεύσεων των φορέων του δημοσίου και ευρύτερου δημόσιου τομέα (με διατίμηση χιλιοστομέτρου) όσο και η τιμή χρέωσης, καθορίζονται από το άρθρο 4 παρ.2 του Ν3548/07 και από την κατ’ εξουσιοδότηση του ιδίου άρθρου εκδοθείσα ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εσωτερικών (που είχε τότε την εποπτεία των ΜΜΕ) 2/82452/0020/12‐11‐2008.

Σήμερα, η τιμολόγηση των δημοσιεύσεων αυτών γίνεται με τρεις διαφορετικές τιμές ανά χιλιοστόμετρο:

  • 0,20 € (τιμή δημοσίου για πωλήσεις έως 5.000 φύλλων),
  • 0,30 € (τιμή δημοσίου για πωλήσεις άνω των 5.000 φύλλων) και
  • 0,50 € (τιμή αναδόχου).

Δηλαδή, ο υπολογισμός γίνεται με βάση το ποιος επιβαρύνεται με την υποχρέωση καταβολής της σχετικής δαπάνης, ο φορέας του δημοσίου ή ο ανάδοχος του έργου, της προμήθειας κ.λπ., όταν βεβαίως αντικείμενο της δημοσίευσης είναι η δημοσίευση προκηρύξεων διακηρύξεων κ.λπ. διαγωνισμών, δημοπρασιών κ.λπ. των φορέων του δημοσίου, που είναι άλλωστε και η κύρια κατηγορία των υποχρεωτικών κρατικών δημοσιεύσεων.

Στις λοιπές κατηγορίες δημοσιεύσεων εννοείται ότι ισχύει η τιμή δημοσίου.

Το πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί

Τα προβλήματα είναι δύο.

Το πρώτο αφορά την εξαιρετικά χαμηλή τιμή με την οποία χρεώνονται αυτές οι δημοσιεύσεις. Οι παραπάνω τιμές έχουν παραμείνει απαράλλακτες επί 18 ολόκληρα χρόνια, παρά το γεγονός ότι στο ίδιο διάστημα το κόστος έκδοσης των ημερήσιων και εβδομαδιαίων περιφερειακών εφημερίδων έχει δεκαπλασιαστεί, το κόστος χαρτιού, εκτύπωσης, ενέργειας, μεταφορών και ανθρώπινου δυναμικού έχει αυξηθεί δραματικά και ο κλάδος του έντυπου τύπου και ειδικά του περιφερειακού, έχει υποστεί αλλεπάλληλες κρίσεις (οικονομική κρίση, πανδημία, ενεργειακή κρίση, ψηφιακός μετασχηματισμός), που έχουν εκμηδενίσει τις πηγές εσόδων.

Στο ίδιο διάστημα, και κυρίως λόγω των μνημονιακών δεσμεύσεων, έχουν καταργηθεί όλες οι επί δεκαετίες ισχύουσες κρατικές πρόνοιες που στήριζαν τον περιφερειακό Τύπο. Σήμερα, ο κλάδος λειτουργεί χωρίς καμία θεσμική ενίσχυση, ενώ ταυτόχρονα καλείται να ανταποκριθεί σε αυξημένες υποχρεώσεις και κόστος λειτουργίας.

Το δεύτερο και σημαντικότερο πρόβλημα (και αυτό που επέβαλλε ουσιαστικά την ανάγκη εξεύρεσης λύσης) είναι η μεγάλη σύγχυση που παρατηρείται καθημερινά στην τιμολόγηση των δημοσιεύσεων αυτών λόγω της πολλαπλής κατηγοριοποίησης, της ύπαρξης δηλαδή τριών διαφορετικών τιμών υπολογισμού και χρέωσης των κρατικών δημοσιεύσεων!

Κατ’ αρχήν είναι εντελώς παρωχημένη, αλλά και δεν έχει κανένα νόημα η διάκριση που κάνει η σχετική ΚΥΑ ανάλογα με τον αριθμό των πωλούμενων φύλλων. Πρώτον διότι ο αριθμός των 5.000 φύλλων που αναφέρει ως βάση υπολογισμού αναφέρεται σε προμνημονιακά επίπεδα και δεύτερον γιατί ο σκοπός της δημοσίευσης, δηλαδή η διαφάνεια των συναλλαγών του δημοσίου, εξυπηρετείται το ίδιο από κάθε δημοσίευση ανεξάρτητα από το πόσα φύλλα ενδεχομένως πουλάει η φιλοξενούσα εφημερίδα που και αυτό είναι συνάρτηση του μεγέθους του νομού. Δεν έχει μεγαλύτερη σημασία ή αξία, από άποψη εξυπηρετούμενου σκοπού, η δημοσίευση σε μια εφημερίδα του Ηρακλείου, από μια αντίστοιχη σε εφημερίδα της Φωκίδας!

Το μείζον πρόβλημα βέβαια αφορά την διαφοροποίηση της τιμολόγησης μεταξύ «τιμής δημοσίου» και «τιμής αναδόχου» (εφόσον βέβαια η δημοσίευση αφορά διακήρυξη διαγωνισμού, δημοπρασίας κ.λπ.). Αυτή η διάκριση μας ταλαιπωρεί όλους και τις επιχειρήσεις τύπου, αλλά και τα λογιστήρια και τις υπηρεσίες προμηθειών των δημοσίων ή αυτοδιοικητικών φορέων, διαχρονικά και αποτελεί πηγή συνεχών διαφωνιών και εντάσεων, ενώ σε περιπτώσεις άγονων διαγωνισμών οδηγεί σε πρόσθετη γραφειοκρατία και ταλαιπωρία!

Το πρόβλημα αυτό έγινε μεγαλύτερο με τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 26 του Ν5005/22 (με την οποία τροποποιήθηκε το άρθρο 4 του ν3548/07 και προστέθηκε σε αυτό παρ. 4), η οποία ενώ θεσπίστηκε για να επιταχύνει την εξόφληση των σχετικών δημοσιεύσεων, από πολλούς φορείς του δημοσίου εκλαμβάνεται εσφαλμένα ότι επιτάσσει την χρέωση με «τιμή δημοσίου» και όχι «αναδόχου» όπως είναι το λογικό και το ορθό.

Η πολλαπλότητα των τιμών και η διάκριση μεταξύ «τιμής δημοσίου» και «τιμής αναδόχου» έχει επομένως δημιουργήσει:

  • σημαντική διοικητική επιβάρυνση στις υπηρεσίες,
  • συχνές διαφωνίες και καθυστερήσεις στην εξόφληση των σχετικών τιμολογίων,
  • ασυνέπεια στην εφαρμογή της διάταξης και
  • πρόσθετη γραφειοκρατία σε περιπτώσεις άγονων διαγωνισμών.

Το οικονομικό και δημοσιονομικό κόστος

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μας, το συνολικό ετήσιο κόστος των υποχρεωτικών δημοσιεύσεων (έργα, προμήθειες, μελέτες κ.λπ.) που εξοφλούν όλοι οι ανάδοχοι στο σύνολο των 200 περίπου ημερήσιων και εβδομαδιαίων περιφερειακών και τοπικών εφημερίδων, ανέρχεται σε 4,5 εκατ. ευρώ, αντιστοιχεί δηλαδή μόλις σε ΕΝΑ έργο που θα εκτελέσει ΕΝΑΣ ανάδοχος ανά τη χώρα!

Αν επικρατήσει η «λογική» του «όλα 2 ευρώ», από τη μια οι εφημερίδες θα απωλέσουν ένα έσοδο της τάξης του 60%, όσο θα απωλέσει και το κράτος σε ΦΠΑ και φόρους. Μεγάλοι χαμένοι λοιπόν ο Περιφερειακός Τύπος, αλλά και το Κράτος και μόνοι κερδισμένοι οι ανάδοχοι που θα κληθούν να πληρώσουν ένα εξευτελιστικό ποσό για μια δημοσίευση που θα αφορά έργο εκατομμυρίων ευρώ!

Αντίστοιχα το δημοσιονομικό κόστος, δηλαδή η επιβάρυνση των φορέων του δημοσίου και ευρύτερου δημόσιου τομέα, είναι ελάχιστο αφού σχεδόν το 95% των δημοσιεύσεων που αφορούν διακηρύξεις, προκηρύξεις κ.λπ., έχουν ανάδοχο!

Η πρόταση για τη λύση του

Με βάση τα προαναφερθέντα, νομίζουμε ότι προκύπτει αβίαστα η μόνη ενδεδειγμένη και πρόσφορή λύση, που δεν μπορεί να είναι άλλη από την τροποποίηση της σχετικής ΚΥΑ ή ορθότερα την έκδοση νέας ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και αρμόδιου για τα ΜΜΕ, με την οποία:

α. Θα ενοποιείται σε μια κατηγορία η τιμή όλων ανεξαιρέτως των υποχρεωτικών κρατικών δημοσιεύσεων, ανεξάρτητα από αριθμό πωλούμενων φύλλων και από το αν ο υποχρεούμενος προς καταβολή φορέας είναι η αναθέτουσα αρχή (δημόσιο) ή ο ανάδοχος του σχετικού έργου, υπηρεσίας, προμήθειας κ.λπ., όταν πρόκειται για προκήρυξη ή διακήρυξη διαγωνισμού ή δημοπρασίας κ.λπ.

β. Η τιμή αυτή θα είναι 0,50 ευρώ κατά χιλιοστόμετρο. Δηλαδή η και σήμερα ισχύουσα «τιμή αναδόχου», καθώς δεν προτείνουμε ούτε καν μια μικρή αύξηση που θα ήταν απολύτως δικαιολογημένη με βάση τα όσα ήδη αναφέραμε για το χρόνο που έχει μεσολαβήσει από την ισχύουσα ρύθμιση, τις ανατιμήσεις που έχουν στο μεταξύ σημειωθεί κ.λπ. Πρέπει στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι η επιβάρυνση των φορέων του δημοσίου, της αυτοδιοίκησης κ.λπ. θα είναι ελάχιστη, πρώτον, γιατί ο βασικός όγκος των δημοσιεύσεων αυτών αφορά τους αναδόχους των υπηρεσιών και δεύτερον, γιατί αυτά καθαυτά τα κόστη των δημοσιεύσεων που επιβαρύνουν τους σχετικούς προϋπολογισμούς των φορέων του δημοσίου, είναι μικρά έως ασήμαντα και σε κάθε περίπτωση δυσανάλογα προς το μέγεθος και τη σημασία του σκοπού που αντιπροσωπεύουν και εξυπηρετούν. Το κόστος της αδιαφάνειας είναι πάντα μεγαλύτερο!

Η λύση που προτείνουμε:

  • Εξαλείφει πλήρως τη σύγχυση μεταξύ τιμής δημοσίου και τιμής αναδόχου.
  • Απαλλάσσει τις δημόσιες υπηρεσίες από μια χρονοβόρα, περίπλοκη και συχνά συγκρουσιακή διαδικασία.
  • Μειώνει τη γραφειοκρατία, τις καθυστερήσεις και τις άγονες διαφωνίες.
  • Δεν επιβαρύνει ουσιαστικά τον κρατικό προϋπολογισμό, καθώς η συντριπτική πλειονότητα των δημοσιεύσεων επιβαρύνει τους αναδόχους.
  • Στις λίγες περιπτώσεις όπου η δαπάνη βαρύνει τις αναθέτουσες αρχές, η μικρή αύξηση αντισταθμίζεται πλήρως από τη σημαντική μείωση του διοικητικού φόρτου.

Αίτημα

Ζητούμε την άμεση προώθηση νομοθετικής ρύθμισης για:

Την ενοποίηση της τιμής τιμολόγησης των υποχρεωτικών κρατικών δημοσιεύσεων στον περιφερειακό

Τύπο στο ποσό των 0,50 € ανά χιλιοστόμετρο.

Η ρύθμιση αυτή θα αποκαταστήσει μια σοβαρή στρέβλωση, θα στηρίξει έναν κρίσιμο πυλώνα της δημοκρατίας και της περιφερειακής ενημέρωσης και θα διευκολύνει ουσιαστικά τη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών.

Συνημμένα υποβάλλουμε σχετική Αιτιολογική Έκθεση για την περαιτέρω τεκμηρίωση του αιτήματος».

Η αιτιολογική έκθεση για την ενιαία τιμή των δημοσιεύσεων.

Ακολουθεί η αιτιολογική έκθεση για την ενιαία τιμή των δημοσιεύσεων:

«Σκοπός της προτεινόμενης ρύθμισης

Η προτεινόμενη ενοποίηση της τιμής των υποχρεωτικών κρατικών δημοσιεύσεων αποσκοπεί:

  • στην εξάλειψη μιας διαχρονικής στρέβλωσης,
  • στην απλοποίηση της διαδικασίας τιμολόγησης,
  • στη μείωση του διοικητικού κόστους για το Δημόσιο,
  • στη διασφάλιση βιωσιμότητας του περιφερειακού Τύπου.

Αναγκαιότητα της ρύθμισης

Η διατήρηση τριών διαφορετικών τιμών έχει αποδειχθεί δυσλειτουργική και αναποτελεσματική.

Η ενοποίηση:

  • επιτρέπει την ομοιόμορφη εφαρμογή του νόμου,
  • μειώνει τον κίνδυνο λαθών και ενστάσεων,
  • διευκολύνει τον προγραμματισμό και την εκτέλεση δαπανών.

Οικονομική τεκμηρίωση

Η αύξηση της τιμής για τις λίγες περιπτώσεις που επιβαρύνουν τις αναθέτουσες αρχές είναι μικρή σε απόλυτους αριθμούς και αντισταθμίζεται από:

  • τη μείωση του χρόνου απασχόλησης προσωπικού,
  • τη μείωση των διοικητικών διαδικασιών,
  • την αποφυγή καθυστερήσεων και άγονων διαγωνισμών.

Κοινωνική και θεσμική διάσταση

Ο περιφερειακός Τύπος αποτελεί κρίσιμο πυλώνα:

  • της τοπικής δημοκρατίας,
  • της διαφάνειας,
  • της ενημέρωσης των πολιτών,
  • της ισόρροπης περιφερειακής ανάπτυξης.

Η ενίσχυση της βιωσιμότητάς του περιφερειακού Τύπου αποτελεί θεσμική υποχρέωση της Πολιτείας.

Αίτημα

Ζητείται η άμεση προώθηση νομοθετικής ρύθμισης για:

Την ενοποίηση της τιμής τιμολόγησης των υποχρεωτικών κρατικών δημοσιεύσεων στον περιφερειακό Τύπο στο ποσό των 0,50 € ανά χιλιοστόμετρο».

Δείτε τις τελευταίες ειδήσεις εδώ

Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

newsletter banner anagnostis