Υπάρχει μια συζήτηση που επαναλαμβάνεται εδώ και χρόνια, σε καφενεία, σε οικογενειακά τραπέζια και σε κοινοβουλευτικά έδρανα. Λένε κάπως έτσι: «Η νέα γενιά δεν παλεύει, δεν θέλει να κοπιάσει, έχει μεγάλες απαιτήσεις». Αυτή η συζήτηση είναι άδικη. Είναι επίσης ανέντιμη. Και στην Αργολίδα, όπου τα πράγματα δεν κρύβονται πίσω από μεγάλα νούμερα και αστικές αοριστολογίες, αυτή η αδικία φαίνεται ακόμα πιο ξεκάθαρα.
Παίρνω ξεκάθαρα θέση: Οι Millennials δεν απέτυχαν. Τους άφησαν να αποτύχουν. Και αυτή η διαφορά δεν είναι σημασιολογική, είναι η ουσία του ζητήματος.
Οι τριαντάρηδες και σαραντάρηδες που μεγάλωσαν στο Άργος, την Επίδαυρο, την Ερμιονίδα και το Ναύπλιο, που σπούδασαν με δανεικά ή με σφιχτή ζώνη, που γύρισαν ή έμειναν δεν είναι τεμπέληδες, δεν είναι ονειροπόλοι, δεν είναι ανώριμοι. Είναι άνθρωποι που παρέλαβαν μια χώρα σπασμένη στα δύο και τους ζητήθηκε να τη συνεχίσουν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους:
Το κράτος που τους πρόδωσε. Το ελληνικό κράτος παρέδωσε σε αυτή τη γενιά μια αγορά εργασίας, χωρίς δομή και χωρίς προστασία. Η ευελιξία που διαφημίστηκε τη δεκαετία του 2000 ως «εκσυγχρονισμός» αποδείχτηκε στην πράξη αποσύνθεση εργασιακών δικαιωμάτων. Το μπλοκάκι, η σύμβαση ορισμένου χρόνου, ο κατώτατος μισθός που για χρόνια έτρεχε πίσω από τις τιμές των βασικών αγαθών, δεν είναι τυχαία φαινόμενα. Είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών. Και ο λογαριασμός πληρώθηκε από τους νεότερους, που μπήκαν στην αγορά χωρίς καμία απολύτως καβάτζα.
Η φορολογία των ελεύθερων επαγγελματιών στην Ελλάδα παραμένει τιμωρητική. Ο νέος που αποφασίζει να στήσει κάτι δικό του, ένα μικρό επάγγελμα ή μια μικρή επιχείρηση, αντιμετωπίζεται από το σύστημα σαν να κερδοσκοπεί. Προκαταβολικός φόρος, τεκμήρια, εισφορές που δεν αντιστοιχούν σε καμία πραγματική κοινωνική προστασία. Αυτό δεν το έφτιαξε η γενιά των τριαντάρηδων. Το κληρονόμησε, άθελά της.
Ο αναπληρωτής εκπαιδευτικός στην Αργολίδα που περνά επτά χρόνια χωρίς να ξέρει αν θα έχει θέση τον Σεπτέμβρη, δεν πάσχει από έλλειψη φιλοδοξίας. Πάσχει από ένα σύστημα που αντιμετωπίζει τους νέους εκπαιδευτικούς ως αναλώσιμο υλικό. Κανείς δεν ζητά συγγνώμη γι’ αυτό. Κανείς δεν θεωρεί ότι χρωστά εξηγήσεις.
Η αυτοδιοίκηση που κοιμόταν. Και εδώ έρχεται μια ερώτηση που σπάνια τίθεται ευθέως:
Πού ήταν η αυτοδιοίκηση;
Σε νομούς, όπως η Αργολίδα, με εποχιακή οικονομία, με τουρισμό που κρατά τρεις – τέσσερις μήνες τον χρόνο και αγροτική παραγωγή που σχεδόν ποτέ δεν στάθηκε στα πόδια της, οι τοπικοί άρχοντες είχαν χρέος να σχεδιάσουν. Να δουν ότι μια ολόκληρη γενιά ετοιμαζόταν να μείνει χωρίς μόνιμη δουλειά τον χειμώνα. Να αναπτύξουν εναλλακτικές δραστηριότητες, να ενισχύσουν επαγγελματική εκπαίδευση που να αντιστοιχεί σε πραγματικές ανάγκες της περιοχής, να δημιουργήσουν συνθήκες, ώστε οι νέοι να μείνουν και ίσως να επιστρέψουν αυτοί που έφυγαν. Τίποτα από αυτά δεν έγινε συστηματικά. Οι δήμοι ασχολήθηκαν κυρίως με πλακόστρωτα, με αδελφοποιήσεις και με ανακοινώσεις για «ανάπτυξη» που δεν είδε ποτέ κανείς στους μισθούς του.
Η εποχιακή εργασία στον τουρισμό, βασικός πυλώνας για την Αργολίδα, δίνει εισόδημα, αλλά όχι σιγουριά. Τους χειμωνιάτικους μήνες, η αβεβαιότητα επιστρέφει αυτόματα. Κανένας δήμος, καμία περιφέρεια, δεν έχει δώσει αξιόπιστη απάντηση στο ερώτημα:
Τί κάνει ο νέος της Αργολίδας από Νοέμβριο ως Απρίλιο; Η απουσία αυτής της απάντησης είναι πολιτική αποτυχία, όχι προσωπική αποτυχία του νέου.
Η στεγαστική παγίδα. Η στεγαστική κρίση δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Οι τιμές κατοικίας σε Ναύπλιο και σε άλλες περιοχές, ακολούθησαν τις γενικές τάσεις μιας αγοράς που ξέφυγε από κάθε ρυθμιστικό πλαίσιο, ενώ παράλληλα τα εισοδήματα των νέων παρέμεναν στάσιμα. Κανείς δεν σχεδίασε προσιτή στέγη για νέους. Κανείς δεν συζήτησε σοβαρά για κοινωνική κατοικία σε περιφερειακό επίπεδο. Και όταν η γενιά αυτή, στα τριάντα της, δεν έχει δικό της σπίτι, η απάντηση που συχνά ακούει είναι:
– «Πρέπει να δουλέψεις σκληρότερα». Σαν να μην έχει δουλέψει ήδη.
Ο σημερινός πενηντάρης, στα είκοσί του χρόνια, ακόμα και ως ανειδίκευτος εργάτης έπαιρνε αποδοχές που του επέτρεπαν να πληρώσει ενοίκιο και να βγει έξω. Αυτό δεν ήταν αρετή εκείνης της γενιάς. Ήταν δομή. Ήταν ένα σύστημα που λειτουργούσε κάπως. Το ίδιο σύστημα δεν υπάρχει πλέον. Και αντί να το αναγνωρίσουν αυτοί που το άφησαν να καταρρεύσει, προτιμούν να πουν στα παιδιά τους ότι δεν παλεύουν αρκετά.
Η ανισότητα που δεν λέγεται. Υπάρχει επίσης μια κοινωνική διάσταση που σπάνια συζητιέται ανοιχτά στην Αργολίδα, όπως και παντού στην ελληνική επαρχία. Δεν μεγάλωσαν όλοι οι Millennials υπό τις ίδιες συνθήκες. Αυτοί που είχαν οικογενειακή περιουσία, επιχείρηση ή ακίνητο στα χέρια των γονιών τους βρήκαν κάποιο έδαφος να πατήσουν αργά, δύσκολα, αλλά βρήκαν. Αυτοί που ξεκίνησαν από μηδενική βάση, χωρίς «πλάτη» και χωρίς κληρονομιά, παρέμειναν ακριβώς εκεί που ήταν ή υποχώρησαν.
Η κρίση δεν χτύπησε ίσια. Διεύρυνε ανισότητες που υπήρχαν ήδη και τις έκανε μόνιμες. Ο γιος του φαρμακοποιού του Άργους και ο γιος του εργάτη από το Λυγουριό ξεκίνησαν τη δεκαετία του 2010 από πολύ διαφορετικά σημεία. Σήμερα η ψαλίδα αυτή έχει ανοίξει περισσότερο. Η κοινωνική κινητικότητα που υπόσχεται κάθε πολιτικός στις ομιλίες του είναι σε μεγάλο βαθμό μύθος για όποιον την έζησε από κοντά.
Η ευθύνη που δεν αναλαμβάνεται. Εδώ αξίζει να σταθεί κανείς σε μια άβολη αλήθεια που αφορά τις μεγαλύτερες γενιές. Η γενιά που σήμερα είναι πενήντα και εξήντα, που έχτισε σπίτια και συνταξιοδοτείται με ποσά που οι Millennials δεν θα δουν ποτέ, είχε κι αυτή δική της ευθύνη. Ως ψηφοφόρος, ως εργοδότης, ως γονέας. Αυτή η γενιά ψήφισε τα κόμματα που συγκρότησαν το σύστημα. Κατανάλωσε φθηνή εργασία, χωρίς να ρωτήσει γιατί είναι τόσο φθηνή. Νοίκιασε ακίνητα σε τιμές που αδυνατεί να πληρώσει κανείς με το μισθό του. Και τώρα, ορισμένοι από αυτούς απορούν γιατί τα παιδιά τους δεν μπορούν να φύγουν από το σπίτι.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν γονείς που θυσιάστηκαν και συνεχίζουν να θυσιάζονται. Υπάρχουν πολλοί, και όλοι μας τους ξέρουμε. Αλλά η συλλογική ευθύνη δεν εξαλείφεται από τις ατομικές εξαιρέσεις. Και η κριτική στους νέους που «δεν μεγαλώνουν» από ανθρώπους που δεν τους άφησαν ποτέ να μεγαλώσουν αξιοπρεπώς, είναι απλά μια υποκρισία.
Παλεύουν χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Αυτό που με χτυπά όταν μιλώ με Millennials στην Αργολίδα δεν είναι η παραίτηση. Είναι η επιμονή. Είναι ο δάσκαλος που επί επτά χρόνια κάνει υπομονή και τελικά κερδίζει τη μονιμότητα. Είναι η ελεύθερη επαγγελματίας που κρατά ανοιχτή μια οικογενειακή επιχείρηση μέσα σε ένα φορολογικό περιβάλλον που μοιάζει να στοχεύει ακριβώς εκείνην. Είναι ο νέος του Ναυπλίου που γυρνά κάθε σεζόν, κρατά το νήμα, δεν εγκαταλείπει.
Αυτή η γενιά δεν χρειάζεται επαίνους. Χρειάζεται δίκαια μισθολογικά πλαίσια, φορολογία που δεν τιμωρεί όποιον τολμά να κάνει κάτι δικό του, στεγαστική πολιτική που αντιστοιχεί στην πραγματικότητα, τοπική αυτοδιοίκηση που ασχολείται με την επόμενη δεκαετία και όχι μόνο με την επόμενη εκλογική αναμέτρηση, εκπαιδευτικό σύστημα που δεν κρατά τους νέους εκπαιδευτικούς σε χρόνια αβεβαιότητας πριν τους αναγνωρίσει ως μόνιμους.
Αυτά δεν είναι υπερβολικές απαιτήσεις. Είναι τα στοιχειώδη που είχε κάθε προηγούμενη γενιά ως δεδομένα.
Στην Αργολίδα, όπως και στην υπόλοιπη επαρχία, οι Millennials συνεχίζουν να παλεύουν χωρίς δίχτυ ασφαλείας, χωρίς θεσμική στήριξη και συχνά χωρίς αναγνώριση. Παλεύουν, γιατί δεν έχουν άλλη επιλογή και γιατί, παρά τα όσα προβλήματα δεν έχουν παραιτηθεί.
Αυτή η γενιά δεν χρωστά συγγνώμη για τη ζωή που έχει. Αυτό που χρωστούν οι άλλοι. Κράτος, τοπική αυτοδιοίκηση, μεγαλύτερες γενιές. Είναι μια ειλικρινής απάντηση στην ερώτηση:
– Τί κάνατε τα χρόνια που είχατε την μοίρα του τόπου στα χέρια σας;
Μέχρι να δοθεί αυτή η απάντηση, η κριτική στους «απαιτητικούς νέους» δεν είναι παρά η πιο βολική αποφυγή της.









