Η πρόσφατη δημόσια συζήτηση για τη συνύπαρξη μόνιμων κατοίκων, επιχειρήσεων και επισκεπτών στην Παλιά Πόλη του Ναυπλίου ήταν μια αξιόλογη αφορμή για να ειπωθούν ορισμένα πράγματα πιο καθαρά. Όχι για να δαιμονοποιηθεί ο τουρισμός, αλλά για να τεθεί το ουσιαστικό ερώτημα για το τι είδους ανάπτυξη θέλουμε για το Ναύπλιο και ποια πόλη θέλουμε να παραδώσουμε αύριο. Η ίδια η παρουσίαση της έρευνας οργανώθηκε ακριβώς γύρω από αυτή τη συνύπαρξη και την αναζήτηση μιας βιώσιμης ισορροπίας.
Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν είναι απέναντι στον τουρισμό. Το Ναύπλιο ζει σε μεγάλο βαθμό από αυτόν και η τοπική οικονομία τον χρειάζεται. Το κρίσιμο ζήτημα όμως δεν είναι αν θέλουμε τουρισμό. Είναι αν θέλουμε μια ανάπτυξη με μέτρο, κανόνες και διάρκεια ή μια ανάπτυξη που εξαντλεί σταδιακά τον ίδιο τον τόπο που την τροφοδοτεί.
Η Παλιά Πόλη δεν είναι ένας ουδέτερος χώρος που μπορεί να δεχθεί τα πάντα. Η παλαιά πόλη του Ναυπλίου έχει χαρακτηριστεί αρχαιολογικός χώρος και ιστορικό διατηρητέο μνημείο ήδη από το 1962, ενώ το Προεδρικό Διάταγμα της 30ης Δεκεμβρίου 1988, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 38Δ της 26ης Ιανουαρίου 1989, χαρακτήρισε παραδοσιακό τμήμα της πόλης και όρισε ειδικούς όρους και περιορισμούς δόμησης. Το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο της Δημοτικής Ενότητας Ναυπλίου εγκρίθηκε με το ΦΕΚ Δ 210 της 24ης Μαρτίου 2023 και στο κείμενό του αναφέρει ρητά ότι η Παλιά Πόλη διέπεται από το παραπάνω Προεδρικό Διάταγμα, ενώ οι χρήσεις γης που αυτό ορίζει για τους Τομείς Α και Β του παραδοσιακού τμήματος υιοθετούνται και από το παρόν ΓΠΣ.
Αυτό σημαίνει ότι το ιστορικό κέντρο δεν είναι μόνο θέμα αγοράς ή απλής δημοτικής διαχείρισης. Είναι και θέμα προστασίας πολιτιστικής κληρονομιάς. Άρα ο ρόλος του Υπουργείου Πολιτισμού και της Εφορείας Αρχαιοτήτων Αργολίδας είναι αυξημένος και ουσιαστικός. Η ίδια η Εφορεία δηλώνει επισήμως ότι είναι Περιφερειακή Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού, ότι η λειτουργία της διέπεται από τον Ν. 3028/2002 και ότι αποστολή της είναι η προστασία, η ανάδειξη και η διαμόρφωση μνημείων, αρχαιολογικών χώρων και του φυσικού ή μη περιβάλλοντός τους. Σε μια πόλη όπως το Ναύπλιο, αυτό δεν είναι υποσημείωση. Είναι κεντρική θεσμική ευθύνη.
Μέσα σε αυτό το ήδη ευαίσθητο πλαίσιο, η ραγδαία αύξηση της προσωρινής διαμονής μέσω της βραχυχρόνιας μίσθωσης έχει αρχίσει να μεταβάλλει ουσιαστικά την ισορροπία της πόλης. Η πρόσφατη τοπική καταγραφή μιλά για 606 ενεργές καταχωρίσεις βραχυχρόνιας μίσθωσης στο Ναύπλιο συνολικά, με το 89 τοις εκατό να αφορά ολόκληρες κατοικίες. Το στοιχείο δεν αφορά μόνο την Παλιά Πόλη, αποτυπώνει όμως μια γενικότερη τάση που πιέζει τη μόνιμη κατοικία σε όλη την πόλη και γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη μέσα στο ιστορικό κέντρο. Η συνέπεια είναι ορατή σε όσους αναζητούν σπίτι. Η εύρεση στέγης δυσκολεύει και τα ενοίκια πιέζονται ανοδικά για νέους ανθρώπους, εργαζομένους, ζευγάρια και οικογένειες που θέλουν να μείνουν στον τόπο τους.
Όταν μια πόλη δεν μπορεί πια να στεγάσει τους ανθρώπους της, δεν προοδεύει. Απλώς ακριβαίνει. Και όταν η μόνιμη κατοικία υποχωρεί μπροστά στη βραχυχρόνια κερδοφορία, η ανάπτυξη παύει να είναι ισόρροπη. Η πόλη αρχίζει να αδειάζει από ζωή και να γεμίζει μόνο από χρήση. Γι’ αυτό χρειάζεται καθαρά να τεθεί η ανάγκη θέσπισης κριτηρίων προστασίας της μόνιμης κατοικίας μέσα στο ιστορικό κέντρο, ώστε η τουριστική ανάπτυξη να μη λειτουργεί σε βάρος της κοινωνικής συνοχής και της δυνατότητας των ανθρώπων να παραμένουν στον τόπο τους.
Το πρόβλημα δεν είναι ο έντιμος επαγγελματίας που επένδυσε στο Ναύπλιο, ούτε ο επισκέπτης που θέλει να γνωρίσει μια όμορφη πόλη. Το πρόβλημα είναι η απουσία σαφών ορίων και σταθερής εφαρμογής κανόνων εκεί όπου η επιχειρηματική δραστηριότητα συναντά το δικαίωμα στην κατοίκηση, τον κοινόχρηστο χώρο και τον προστατευμένο χαρακτήρα του ιστορικού κέντρου. Όταν δεν μπαίνουν όρια, το κόστος μεταφέρεται στον κάτοικο, στον δημόσιο χώρο, στην εικόνα της πόλης και τελικά στο ίδιο το μέλλον της.
Από τη σκοπιά των κατοίκων, η λύση δεν βρίσκεται στην άγονη αντιπαράθεση αλλά στις συγκεκριμένες προτάσεις και στη συνεννόηση. Χρειάζονται περιφερειακοί χώροι στάθμευσης, με μέριμνα μεταφοράς προς και από την Παλιά Πόλη, ώστε να μη φορτώνεται όλο το βάρος μέσα στο ιστορικό κέντρο. Χρειάζονται ζώνες ολιγόλεπτης αποβίβασης – επιβίβασης για επισκέπτες και πελάτες καταλυμάτων, οριοθετημένες θέσεις για κατοίκους, ηλικιωμένους και άτομα με αναπηρία, σαφή ωράρια ανεφοδιασμού και σταθερός έλεγχος της παράνομης στάθμευσης. Χρειάζεται επίσης μεγαλύτερη αίσθηση ευθύνης για την καθαριότητα και την εικόνα του δημόσιου χώρου από όλες τις δραστηριότητες που αναπτύσσονται μέσα σε αυτόν, ιδίως από τις επιχειρήσεις που τον χρησιμοποιούν καθημερινά.
Το ίδιο αναγκαίος είναι και ο σεβασμός του περιβάλλοντος, της θάλασσας, του παράκτιου μετώπου, των υγροτόπων και γενικότερα των οικοσυστημάτων που περιβάλλουν την πόλη. Το ίδιο το ΓΠΣ αναφέρεται στην ανάγκη προστασίας περιοχών ιδιαίτερου φυσικού ενδιαφέροντος, των υγροβιότοπων και παράκτιων συστημάτων και του θαλάσσιου μετώπου χωρίς περιβαλλοντική υποβάθμιση. Μια πόλη που φθείρει το φυσικό της περιβάλλον, αργά ή γρήγορα φθείρει και το ίδιο της το τουριστικό πλεονέκτημα.
Υπάρχει όμως και μια ακόμη διάσταση που συχνά υποτιμάται. Τα προβλήματα που βιώνουν οι δημότες δεν αφορούν μόνο τους ίδιους. Έχουν ευρύτερες επιπτώσεις στη συνολική εικόνα του Ναυπλίου. Η απουσία κανόνων ή η μη εφαρμογή τους γίνεται ορατή και στους επισκέπτες, γεννά αρνητικές εντυπώσεις και σχόλια και, ακόμη κι όταν αυτό δεν φαίνεται αμέσως στα νούμερα, διαμορφώνει σταδιακά αρνητικό κλίμα με μακροπρόθεσμες συνέπειες και για τον ίδιο τον τουρισμό. Ιδιαίτερα όταν η γραφικότητα της πόλης, που αποτελεί το ιστορικό της πλεονέκτημα, αλλοιώνεται και περιορίζεται σε όλο και λιγότερους χώρους, τότε η ζημιά δεν είναι μόνο αισθητική. Είναι βαθύτερη. Η πολιτισμική παράδοση της πόλης κινδυνεύει να αλωθεί κάτω από συνθήκες άναρχης ανάπτυξης, όπου το μόνο κριτήριο είναι το βραχυπρόθεσμο οικονομικό αποτέλεσμα. Και τότε το Ναύπλιο κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια πόλη που μπορεί να δείχνει ελκυστική επιφανειακά, αλλά στην καθημερινότητά της να αδειάζει από ζωή, να γίνεται απρόσωπη και τελικά αφιλόξενη.
Γι’ αυτό χρειάζεται αναζήτηση κοινών σημείων συνεννόησης ανάμεσα στους κατοίκους, στους επαγγελματίες και στους φορείς της πόλης. Η αντιπαράθεση από μόνη της δεν παράγει λύσεις. Αυτό που χρειάζεται είναι μια ειλικρινής βάση συνεργασίας πάνω σε ορισμένα αυτονόητα, ώστε η πόλη να παραμείνει ζωντανή, λειτουργική και φιλόξενη. Χρειάζεται συντονισμός του Δήμου Ναυπλιέων, του Υπουργείου Πολιτισμού, της Εφορείας Αρχαιοτήτων Αργολίδας και των λοιπών αρμόδιων υπηρεσιών, με συνέπεια και με σεβασμό στο θεσμικό πλαίσιο που ήδη υπάρχει. Το θεσμικό πλαίσιο υπάρχει. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει και η βούληση να εφαρμοστεί.
Η βιώσιμη ανάπτυξη δεν είναι σύνθημα για εκδηλώσεις. Είναι καθημερινή δοκιμασία αλήθειας. Κρίνεται από το αν μια πόλη μπορεί να παραμείνει κατοικήσιμη για τους ανθρώπους της, λειτουργική για την οικονομία της, φιλόξενη για τους επισκέπτες της και αξιοπρεπής απέναντι στην ιστορία της, στο φυσικό της περιβάλλον και στη δική της μνήμη. Το Ναύπλιο δεν χρειάζεται άλλη αυτάρεσκη αριθμητική. Χρειάζεται απόφαση για το τι πόλη θέλει να είναι. Ζωντανή πόλη ή καλοφτιαγμένο σκηνικό.
Τάκης Πασσαλής










