Η οικονομική πίεση και η κατανομή του πλούτου αποτελούν σταθερό θέμα συζήτησης στα νοικοκυριά της Πελοποννήσου, από τα μεγάλα αστικά κέντρα μέχρι τα μικρότερα χωριά. Η νέα Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για το 2025, με περίοδο αναφοράς εισοδήματος το έτος 2024, έρχεται να αποτυπώσει με αριθμούς τη σκληρή πραγματικότητα, αλλά και τις ανεπαίσθητες βελτιώσεις της ελληνικής οικονομίας.
Πώς όμως διαμορφώνεται το χάσμα ανάμεσα στους πλουσιότερους και τους φτωχότερους της χώρας και πώς τα εθνικά αυτά δεδομένα «καθρεφτίζουν» την κατάσταση στην περιφέρειά μας;
Το πλουσιότερο 20% βγάζει 5,18 φορές περισσότερα
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο δείκτης κατανομής εισοδήματος (S80/S20), ο οποίος μετρά τη σχετική ανισότητα, σημείωσε μια μικρή πτώση. Συγκεκριμένα, το 2025 μειώθηκε κατά 0,09 μονάδες σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, φτάνοντας στο 5,18. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι το μερίδιο του εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 5,18 φορές μεγαλύτερο από το μερίδιο του φτωχότερου 20%.
Για τον πληθυσμό της Πελοποννήσου, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η ηλικιακή κατανομή αυτής της ανισότητας. Ενώ για τα άτομα κάτω των 65 ετών ο δείκτης μειώθηκε στο 5,55 (από 5,69 το προηγούμενο έτος) , για τους συνταξιούχους (65 ετών και άνω) η ψαλίδα άνοιξε. Ο δείκτης ανισότητας για τους ηλικιωμένους αυξήθηκε στο 4,19 έναντι 4,05 την προηγούμενη χρονιά. Το εύρημα αυτό χτυπάει «καμπανάκι» για την Περιφέρεια Πελοποννήσου, η οποία διαθέτει σημαντικό ποσοστό ηλικιωμένου πληθυσμού, υποδεικνύοντας εντεινόμενες οικονομικές δυσκολίες για τους απόμαχους της εργασίας στην επαρχία.
Ο δείκτης Gini και η «ακτινογραφία» του πλούτου
Η έρευνα προσεγγίζει την οικονομική ανισότητα και μέσα από τον δείκτη Gini, ο οποίος για το 2025 εκτιμήθηκε στο 31,6%, σημειώνοντας μείωση 0,2 ποσοστιαίων μονάδων σε σχέση με το 2024. Το ποσοστό αυτό ερμηνεύεται ως εξής: αν επιλέξουμε δύο τυχαία άτομα, αναμένουμε ότι το εισόδημά τους θα διαφέρει κατά 31,6% του μέσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος. Είναι ελπιδοφόρο να αναφερθεί πως η συνολική ανισότητα έχει μειωθεί κατά 2,6 ποσοστιαίες μονάδες την τελευταία δεκαετία, καθώς το 2015 ο δείκτης βρισκόταν αισθητά υψηλότερα, στο 34,2%.
Παρά τη σταδιακή βελτίωση, ωστόσο, η συγκέντρωση του πλούτου στα υψηλότερα στρώματα παραμένει συντριπτική. Η ανάλυση της κατανομής του εθνικού εισοδήματος σε τεταρτημόρια αποκαλύπτει τα εξής:
- Το 25% του πληθυσμού με το υψηλότερο εισόδημα κατέχει το 45,5% του συνολικού εθνικού διαθέσιμου εισοδήματος. Για να ανήκει κανείς σε αυτό το ανώτερο τεταρτημόριο, το χαμηλότερο ατομικό ετήσιο ισοδύναμο εισόδημά του ανέρχεται στα 15.900 ευρώ.
- Το 50% του πληθυσμού, που αποτελεί τη λεγόμενη μεσαία τάξη, κατέχει το 44,1% του εθνικού πλούτου.
- Στον αντίποδα, το 25% του πληθυσμού με το χαμηλότερο εισόδημα περιορίζεται στο να κατέχει μόλις το 10,5% του εθνικού εισοδήματος , με το ανώτατο ατομικό του ετήσιο εισόδημα να μη ξεπερνά τα 8.149 ευρώ.
Η θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη
Μέσα στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο, η Ελλάδα παραμένει σε μέτρια προς υψηλά επίπεδα ανισότητας. Βάσει των διαθέσιμων στοιχείων για το 2025, ο εθνικός δείκτης (5,18) μας τοποθετεί σε καλύτερη θέση συγκριτικά με τη Βουλγαρία (6,94), τη Λετονία (6,68) και την Ισπανία (5,24). Ωστόσο, βρισκόμαστε αρκετά πίσω σε σχέση με χώρες του ευρωπαϊκού βορρά, όπως η Γερμανία (4,69), η Σουηδία (4,58) και η Φινλανδία (3,93), οι οποίες καταγράφουν πολύ μικρότερες εισοδηματικές αποκλίσεις μεταξύ των πολιτών τους.
Συμπερασματικά, αν και οι επίσημοι δείκτες δείχνουν μια τάση σταθεροποίησης, οι ανισότητες παραμένουν ριζωμένες. Για τους κατοίκους της Πελοποννήσου, τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν την καθημερινότητα που βιώνουν: ο δρόμος για την ουσιαστική οικονομική ανάσα, την καταπολέμηση της φτώχειας και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου όλων –και ιδίως των ηλικιωμένων– απαιτεί ακόμα μεγάλη προσπάθεια.










