Επενδύσεις που ξεπερνούν ήδη το 1 δισ. ευρώ αλλάζουν τον αναπτυξιακό χάρτη του Πόρτο Χελίου και της ευρύτερης Ερμιονίδας. Διεθνή ξενοδοχειακά brands όπως η Four Seasons, η Six Senses και η Waldorf Astoria προχωρούν σε νέα projects στην περιοχή, με στόχο να την καθιερώσουν ως σημείο αναφοράς για το λεγόμενο «quiet luxury» στη Μεσόγειο. Το σύνολο των επενδύσεων εκτιμάται ότι μπορεί να προσεγγίσει τα δύο δισεκατομμύρια ευρώ σε βάθος χρόνου.
Το Πόρτο Χέλι αποτελούσε επί δεκαετίες καταφύγιο για προσωπικότητες της διεθνούς επιχειρηματικής και κοινωνικής ζωής, χάρη στην ιδιωτικότητα και τη φυσική του ομορφιά. Η γεωγραφία της περιοχής, με τον προστατευμένο κόλπο, την υφιστάμενη μαρίνα, τη νέα μαρίνα υπό ολοκλήρωση στην Ερμιόνη και την οδική πρόσβαση από την Αθήνα σε περίπου δύο ώρες, στηρίζει τώρα ένα νέο κύμα επενδυτικής δραστηριότητας.
Στα νέα projects περιλαμβάνονται το Four Seasons στη Χηνίτσα, το Six Senses, η μονάδα της Waldorf Astoria, η αειφόρος μονάδα Porto Heli Hospitality, το boutique πεντάστερο ξενοδοχείο της Zafido στην Κόστα και το «Serenity Village» της Hydra Rock στο Μετόχι. Παράλληλα εξελίσσονται νέες τουριστικές και οικιστικές αναπτύξεις στην ευρύτερη περιοχή. Κοινό χαρακτηριστικό τους είναι οι μικρές μονάδες, η περιορισμένη δόμηση και η έμφαση στη βιωσιμότητα, όχι η μαζική τουριστική ανάπτυξη.
«Δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας και ενισχύουν την τοπική οικονομία»
Ο δήμαρχος Ερμιονίδας, Γιάννης Γεωργόπουλος, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, κάνει λόγο για νέα εποχή για την περιοχή. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι μεγάλες τουριστικές επενδύσεις δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας, ενισχύουν την τοπική οικονομία και ανοίγουν ευκαιρίες για τον πρωτογενή τομέα, καθώς τα νέα ξενοδοχεία αναμένεται να αξιοποιήσουν τοπικά προϊόντα όπως το ελαιόλαδο, το ρόδι Ερμιόνης, το μέλι και το κρασί.
Ο Γεωργόπουλος εκτιμά ότι η αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος θα ενισχύσει περαιτέρω το διεθνές προφίλ του Πόρτο Χελίου. Επισημαίνει ωστόσο ότι η ιδιωτική επενδυτική δραστηριότητα πρέπει να συνοδευτεί από επιτάχυνση των δημόσιων έργων υποδομής, όπως η αποχέτευση, το οδικό δίκτυο και η διαχείριση απορριμμάτων, ώστε η ανάπτυξη να παραμείνει ισόρροπη.
Ένα οικοσύστημα φιλοξενίας διεθνών προδιαγραφών
Η αναπτυξιακή δυναμική της περιοχής δεν περιορίζεται στην προσθήκη νέων ξενοδοχειακών κλινών, σύμφωνα με τον Παναγιώτη Σωπιάδη, στέλεχος στον τομέα ανάπτυξης και διαχείρισης σύνθετων τουριστικών έργων και Managing Director της White Label dvp. Όπως εξηγεί, στην Ερμιονίδα διαμορφώνεται σταδιακά ένα ολοκληρωμένο οικοσύστημα φιλοξενίας διεθνών προδιαγραφών, με την παρουσία του Amanzoe και την έλευση νέων παγκόσμιων operators να δημιουργούν έναν προορισμό ικανό να σταθεί στην παγκόσμια ελίτ της Μεσογείου.
«Οι μεγάλες επενδύσεις δεν αποτιμώνται αποκλειστικά από το οικονομικό τους μέγεθος. Η πραγματική τους αξία μετριέται από την ικανότητά τους να δημιουργούν μακροπρόθεσμη υπεραξία και να θέτουν νέα πρότυπα ποιότητας», σημειώνει ο Σωπιάδης, προσθέτοντας ότι η αρχιτεκτονική ποιότητα, οι αρχές ESG, ο βιοκλιματικός σχεδιασμός και η ενεργειακή αποδοτικότητα λειτουργούν ως αλληλένδετα στοιχεία μιας ενιαίας στρατηγικής.
Πιστοποιήσεις LEED και εγχώρια τεχνογνωσία
Η νέα γενιά τουριστικών αναπτύξεων αξιολογείται πλέον από τον τρόπο ενσωμάτωσης της βιωσιμότητας από το αρχικό στάδιο σχεδιασμού. Ο Σωπιάδης επισημαίνει ότι η επιδίωξη πιστοποιήσεων όπως το LEED (Leadership in Energy and Environmental Design) λειτουργεί ως εργαλείο σχεδιασμού και όχι απλώς ως τίτλος διάκρισης, αξιολογώντας ενεργειακή αποδοτικότητα, διαχείριση υδάτινων πόρων, επιλογή υλικών και ποιότητα εσωτερικού περιβάλλοντος.
Η υλοποίηση έργων τέτοιας κλίμακας αναδεικνύει παράλληλα τις δυνατότητες της ελληνικής τεχνικής κοινότητας. Ελληνικές και διεθνείς εταιρείες, αρχιτεκτονικά γραφεία, μηχανικοί και τεχνικοί σύμβουλοι συνεργάζονται σε ένα απαιτητικό περιβάλλον, εφαρμόζοντας προηγμένες μεθοδολογίες σχεδιασμού και αυστηρά πρότυπα ποιότητας, ενισχύοντας την εξωστρέφεια του τεχνικού κλάδου της χώρας.
«Η πραγματική πολυτέλεια είναι ήσυχη, όχι κραυγαλέα»
Ο επενδυτής και εκπρόσωπος του Golden Land Goutos, Άρης Γούτος, γεννημένος και μεγαλωμένος στην περιοχή, δίνει το στίγμα της φιλοσοφίας πίσω από τις νέες επενδύσεις. «Η πραγματική πολυτέλεια είναι ήσυχη (quiet luxury) και όχι κραυγαλέα (loud). Αυτό ακριβώς πρέπει να αναδεικνύει η προσπάθειά μας. Η εξέλιξη της περιοχής δεν πρέπει να στοχεύει σε κάτι ξένο, αλλά σε αυτό το παρθένο, ποιοτικό, μεσογειακό και αυθεντικό στοιχείο που ήταν, είναι και πρέπει να παραμείνει το DNA της, με απλή βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών», αναφέρει.
Σύμφωνα με τον Γούτο, η ηρεμία του μυαλού και της ψυχής είναι το στοιχείο που γοητεύει τους επισκέπτες, γνωστούς και μη, εδώ και δεκαετίες. Το ίδιο στοιχείο επιδιώκουν πλέον και οι νέοι διεθνείς operators, προσφέροντας λιγότερα αλλά αναβαθμισμένα δωμάτια σε ένα sophisticated διεθνές κοινό.
Μια κοινωνία χωρίς στεγανά
Ένα από τα χαρακτηριστικά της Ερμιονίδας είναι η αμεσότητα ανάμεσα σε επισκέπτες, ιδιοκτήτες βιλών και τοπική κοινωνία. «Βγαίνοντας μια βόλτα ένα βράδυ», αναφέρει ο Γούτος, «μπορεί κανείς να δει ακόμη και μέλη βασιλικών οικογενειών ή άλλες διεθνώς γνωστές προσωπικότητες να συνυπάρχουν με τους κατοίκους χωρίς επιδείξεις, σωματοφύλακες ή παπαράτσι».
Η αυθεντικότητα αυτή αποτυπώνεται και στη γαστρονομία της περιοχής, που βασίζεται σε τοπικά προϊόντα όπως το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο, το ρόδι Ερμιόνης και τα φρέσκα ψάρια, πρώτες ύλες στις οποίες αναμένεται να στηριχθούν και τα εστιατόρια των νέων ξενοδοχείων.
Οικιστική ανάπτυξη και στρατηγικό πλεονέκτημα
Οι νέες πολυτελείς βίλες και τα αναμενόμενα branded residences εκτιμάται ότι θα προσελκύσουν κοινό με οικογενειακό προφίλ, το οποίο θα αντιμετωπίσει την περιοχή ως δικό του τόπο, όπως και οι προηγούμενες γενιές επισκεπτών, σύμφωνα με τον Γούτο.
Η περιοχή διαθέτει διπλό στρατηγικό πλεονέκτημα: την εγγύτητα με την Ύδρα και τις Σπέτσες, που προσφέρει κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, και την αυτονομία της οδικής πρόσβασης σε περίπου δύο ώρες από την Αθήνα, χωρίς εξάρτηση από ακτοπλοϊκά δρομολόγια.
Η ολική επανατοποθέτηση του προορισμού δημιουργεί ευκαιρία για το Πόρτο Χέλι, την Ερμιόνη και την ευρύτερη περιοχή να εξελιχθούν σε πρότυπο βιώσιμης ανάπτυξης, με επενδύσεις όχι μόνο σε τουριστικές αλλά και σε δημόσιες υποδομές, στη χωρική οργάνωση και στην περιβαλλοντική προστασία. Η Ερμιονίδα διαθέτει σήμερα την ευκαιρία να αποτελέσει παράδειγμα συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, με στόχο ένα μοντέλο ανάπτυξης που θα αποδώσει διαχρονική αξία στην οικονομία, στην κοινωνία και στο φυσικό περιβάλλον της περιοχής.











