Ένας νέος, «σιωπηλός δολοφόνος» φαίνεται πως απειλεί ολοένα και περισσότερο τα άτομα μέσης ηλικίας. Ο καρκίνος του οισοφάγου, μια νόσος που παραδοσιακά θεωρούνταν ασθένεια των ηλικιωμένων, καταγράφει ανησυχητική άνοδο στις ηλικίες 45 έως 64 ετών, σύμφωνα με πρόσφατα αποκαλυπτικά στοιχεία από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το πλέον ανησυχητικό χαρακτηριστικό αυτού του τύπου καρκίνου είναι η «ύπουλη» φύση του. Τα συμπτώματα του καρκίνου του οισοφάγου συχνά δεν γίνονται αντιληπτά από τους ασθενείς στα αρχικά στάδια. Εκδηλώνονται συνήθως όταν η νόσος έχει ήδη προχωρήσει σημαντικά, γεγονός που δυσχεραίνει την αποτελεσματική αντιμετώπισή της.
Σοκαριστικά τα δεδομένα της έρευνας
Σύμφωνα με τις πρόσφατες μελέτες, η συχνότητα εμφάνισης του καρκίνου του οισοφάγου σχεδόν διπλασιάστηκε στην ηλικιακή ομάδα 45-64 ετών κατά την περίοδο 2012-2019.
Παράλληλα, στην ίδια ακριβώς ομάδα, καταγράφηκε αύξηση περίπου 50% στην επικράτηση του οισοφάγου Barrett. Πρόκειται για μια σοβαρή προκαρκινική κατάσταση, η οποία, αν δεν παρακολουθηθεί σωστά, μπορεί να οδηγήσει σε κακοήθεια.
Οι «ένοχοι» πίσω από την αύξηση
Αν και οι ακριβείς αιτίες αυτής της επιδημιολογικής μετατόπισης προς νεότερους ανθρώπους δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως, οι επιστήμονες δείχνουν ξεκάθαρα προς συγκεκριμένους παράγοντες του σύγχρονου τρόπου ζωής.
Ο Δρ. Bashar Qumseya, Αναπληρωτής Καθηγητής Ιατρικής και Επικεφαλής Ενδοσκόπησης στο Πανεπιστήμιο της Φλόριντα, εξηγεί ότι τα αυξανόμενα ποσοστά παχυσαρκίας, η ανθυγιεινή διατροφή και, κυρίως, η χρόνια καούρα ή γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση (ΓΟΠ), αποτελούν τους κύριους υπόπτους.
Η χρόνια έκθεση του οισοφάγου στα οξέα του στομάχου, λόγω της παλινδρόμησης, προκαλεί αλλοιώσεις στα κύτταρα, οδηγώντας στον οισοφάγο Barrett και, τελικά, στον καρκίνο.
Χτυπάει «καμπανάκι» για προσυμπτωματικό έλεγχο
Η τάση αυτή θυμίζει έντονα στους ειδικούς όσα συνέβησαν με τον καρκίνο του παχέος εντέρου, όπου η αύξηση των κρουσμάτων σε νεότερες ηλικίες οδήγησε στη μείωση του ορίου ηλικίας για προληπτικό έλεγχο (κολονοσκόπηση) από τα 50 στα 45 έτη.
«Ίσως είναι καιρός να ακολουθήσουμε την ίδια λογική και για τον καρκίνο του οισοφάγου», πρότεινε ο Δρ. Qumseya, παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχουν ακόμη επίσημες κατευθυντήριες οδηγίες για γενικευμένο προσυμπτωματικό έλεγχο.
Ο ίδιος συστήνει σε άτομα με έντονους παράγοντες κινδύνου καρκίνου οισοφάγου, όπως η χρόνια παλινδρόμηση, το κάπνισμα και η χρήση αλκοόλ, να εξετάζουν το ενδεχόμενο μιας ενδοσκόπησης. «Εάν πρόκειται να υποβληθείτε σε κολονοσκόπηση, συζητήστε με τον γιατρό σας το ενδεχόμενο να πραγματοποιήσετε ταυτόχρονα και μια ενδοσκόπηση ανώτερου πεπτικού», συμβουλεύει ο καθηγητής, τονίζοντας ότι οι δύο εξετάσεις μπορούν να γίνουν συνδυαστικά.
Πώς διενεργήθηκε η μελέτη – Τι δείχνει το μέλλον
Για τις ανάγκες της έρευνας, οι επιστήμονες ανέλυσαν ηλεκτρονικά αρχεία υγείας περίπου 5 εκατομμυρίων ανθρώπων στη Φλόριντα, χωρισμένους σε τρεις ηλικιακές ομάδες (18-44, 45-64 και άνω των 65).
Αν και τα ποσοστά παρέμειναν υψηλότερα στην γηραιότερη ομάδα, η αύξηση στη μέση ηλικία ήταν ραγδαία. Οι ερευνητές ξεκαθάρισαν ότι η άνοδος αυτή δεν οφείλεται σε αυξημένο αριθμό εξετάσεων, καθώς το ποσοστό των ενδοσκοπήσεων παρέμεινε σταθερό κατά την περίοδο της μελέτης. Συνεπώς, η αύξηση των κρουσμάτων είναι πραγματική και όχι προϊόν συχνότερης διάγνωσης.
Στα επόμενα βήματά τους, ο Δρ. Qumseya και η ομάδα του σχεδιάζουν να διαχωρίσουν τα δεδομένα για τους δύο βασικούς τύπους της νόσου: το αδενοκαρκίνωμα και το ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα.
Η Δρ. Devika Rao, ιατρός ογκολόγος στο Memorial Sloan Kettering Cancer Center, τονίζει τη σημασία αυτού του διαχωρισμού για την πρόληψη του καρκίνου του οισοφάγου, καθώς κάθε τύπος έχει διαφορετική αιτιολογία. Ενώ το ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα συνδέεται κυρίως με το κάπνισμα, το αδενοκαρκίνωμα σχετίζεται άμεσα με την παχυσαρκία και τη διατροφή.
«Είναι ανησυχητικό το γεγονός ότι καρκίνοι που κάποτε θεωρούνταν αρρώστια των ηλικιωμένων να εξελίσσονται σε έναν παράγοντα που επηρεάζεται άμεσα από τον τρόπο ζωής και “χτυπά” ολοένα και νεότερα άτομα», κατέληξε η Δρ. Rao, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για εγρήγορση τόσο του κοινού όσο και της ιατρικής κοινότητας.











