Νοσηλευτές Αργολίδας: «Μισθός που δεν ανταποδίδει αυτό που δίνουμε»

Σε έρευνα του «Αναγνώστη Πελοποννήσου», νοσηλευτές από δημόσιες και ιδιωτικές δομές του νομού Αργολίδας περιγράφουν τι σημαίνει πραγματικά να εργάζεσαι στην υγεία, μακριά από επετειακά αφιερώματα και ανακοινώσεις.
Νοσηλεύτρια
Οι νοσηλευτές της Αργολίδας εργάζονται καθημερινά σε συνθήκες που σπάνια φτάνουν στην κοινή γνώμη — ιδίως μετά τον τραγικό θάνατο της Μαρίας Ζαφείρη στο Νοσοκομείο Ναυπλίου

Το ρεπορτάζ που ακολουθεί δημοσιεύθηκε στον έντυπο «Αναγνώστη Πελοποννήσου» πριν από τα γεγονότα της Δευτέρας. Πριν προλάβει να διαβαστεί ήσυχα, η είδηση του θανάτου της 55χρονης νοσηλεύτριας Μαρίας Ζαφείρη στο Νοσοκομείο Ναυπλίου το έκανε επίκαιρο με τον πιο οδυνηρό τρόπο.

Η Μαρία Ζαφείρη κατέρρευσε στον χώρο εργασίας της. Οι συνθήκες, οι ελλείψεις, η πίεση που γνώριζε καλά — αυτά τα ίδια που περιγράφουν με ονοματεπώνυμο οι νοσηλευτές στις σελίδες που ακολουθούν.

Αναδημοσιεύουμε το ρεπορτάζ του «Αναγνώστη Πελοποννήσου» σήμερα γιατί οι οκτώ άνθρωποι που μιλούν σε αυτό δεν είναι αριθμοί σε ανακοίνωση. Είναι οι νοσηλευτές της διπλανής μας πόρτας, στο Άργος, στο Ναύπλιο, στις κατ’ οίκον διακομιδές της Αργολίδας. Και αυτό που λένε αξίζει να ακουστεί, ιδίως τώρα. Η Σύνταξη

Διαφήμιση

Πίσω από τη στολή: Νοσηλευτές της Αργολίδας μιλούν για το βάρος της πρώτης γραμμής

Οκτώ επαγγελματίες υγείας καταθέτουν μαρτυρία για το burnout, τις ελλείψεις και τη στιγμή που αξίζει να συνεχίσεις

Η Αλεξάνδρα Μπίσκου είναι 17 χρόνια στο γηροκομείο του Άργους. Η Χ.Α. νοσήλευσε στην πανδημία και δεν έχει βρει ακόμα τις λέξεις για να περιγράψει τι έζησε. Ο Κώστας Μαρλαγκούτσος, με δύο δεκαετίες στην πλάτη, λέει στους νέους να φύγουν εξωτερικό αν θέλουν να ζήσουν με αξιοπρέπεια. Η Μαρία Στόφα με 22 χρόνια εμπειρία παρέμεινε στο χειρουργείο την παραμονή Πρωτοχρονιάς για ένα έμφραγμα. Η Σταυρούλα Μόσχου διασώζει και νοσηλεύει ταυτόχρονα, στους δρόμους και τα σπίτια της Αργολίδας. Ο Γεώργιος Καραλής εκπαιδεύει νεότερους και βρίσκει σε αυτό τη μεγαλύτερη ικανοποίηση. Οχτώ ιστορίες, μία επαγγελματική πραγματικότητα που σπάνια φτάνει στην κοινή γνώμη.

Σε έρευνα του «Αναγνώστη Πελοποννήσου», νοσηλευτές και νοσηλεύτριες δημόσιων και ιδιωτικών δομών του νομού Αργολίδας αποκαλύπτουν τι σημαίνει πραγματικά να εργάζεσαι στον χώρο της υγείας, μακριά από επετειακά αφιερώματα και ευγνώμονες ανακοινώσεις.

Διαφήμιση

Οι νοσηλευτές της Αργολίδας

Αλεξάνδρα Μπίσκου
Αλεξάνδρα Μπίσκου

Αλεξάνδρα Μπίσκου, νοσηλεύτρια στο γηροκομείο Άργους, δεν ακολούθησε το επάγγελμα από τύχη.

– «Από τότε που κατάλαβα τον εαυτό μου, με γοήτευσε η ιδέα ότι μπορώ να είμαι εκεί για κάποιον σε μια ευάλωτη στιγμή», λέει. Στα 24 της διάλεξε συνειδητά τον οίκο ευγηρίας της πόλης της. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, εξακολουθεί να το θεωρεί επιλογή, όχι βόλεμα.

Η μέρα της ξεκινά με χορήγηση φαρμάκων, περιποίηση τυχόν κατακλίσεων, ατομική υγιεινή, μετρήσεις. Αυτά είναι τα καταγεγραμμένα καθήκοντα. Πέρα από αυτά, υπάρχει κάτι άλλο που δεν γράφεται σε κανέναν πίνακα υπηρεσίας.

– «Για πολλούς ηλικιωμένους ο νοσηλευτής είναι ο άνθρωπος στον οποίο μπορούν να πουν κάτι που τους αγχώνει, τους φοβίζει, κάτι που θυμούνται», εξηγεί

– «Αυτά τα λίγα λεπτά κουβέντας είναι ό,τι καλύτερο μπορούμε να τους χαρίσουμε.»

Δεν αμφισβητεί τον επαγγελματισμό που χρειάζεται το ιατρικό λειτούργημα. Εκεί, λέει, δεν υπάρχουν παραχωρήσεις. Αλλά στα όρια της ψυχικής προσφοράς, η υπέρβαση είναι σχεδόν καθημερινή.

– «Είναι αδύνατο να κλείσεις την πόρτα του γηροκομείου τελειώνοντας το ωράριό σου και να βγάλεις από το μυαλό σου την αγωνία ενός ανθρώπου που περιμένει ένα τηλεφώνημα.»

Την ερώτηση για το burnout τη δέχεται με ειλικρίνεια:

– «Έχω μάθει όλα αυτά τα χρόνια να χειρίζομαι αρκετά καλά το συναισθηματικό φορτίο και να κλείνω τον διακόπτη όπου χρειάζεται. Οι δικοί μου άνθρωποι έχουν συνηθίσει να με ακούνε να μιλώ για τους παππούδες μου συνέχεια.»

Για την αναγνώριση από την κοινωνία λέει αυτό που πολλοί συνάδελφοί της σκέφτονται αλλά σπάνια εκφράζουν:

– «Υπάρχει βαθύς σεβασμός. Αλλά μας αγνοεί πρακτικά. Πολλοί νομίζουν πως στον οίκο ευγηρίας η δουλειά μας είναι να δίνουμε φάρμακα.»

Μία ιστορία την κρατά διαχρονικά. Ο κύριος Γιάννης ήρθε για λίγο καιρό, ενώ τα παιδιά του έλειπαν σε ταξίδι. Όταν ήρθε η ώρα να φύγει, της έδωσε μια αγκαλιά και της είπε ότι θα προτιμούσε να μην είχε έρθει εκείνη η στιγμή. Ότι ήθελε να μείνει.

– «Αυτό μου δείχνει πόσο όμορφα πέρασε το διάστημα μαζί μας.»

Ο θάνατος δεν απουσιάζει από αυτόν τον χώρο.

– «Η απώλεια ενός τροφίμου είναι ένα από τα πιο δύσκολα και συναισθηματικά φορτισμένα κομμάτια της εργασίας σε ένα γηροκομείο», παραδέχεται. «Παρά τον επαγγελματισμό, ο θάνατος παραμένει πάντα μια αναπόφευκτη πραγματικότητα που απαιτεί ψυχική δύναμη.»

Για τα λάθη μιλά με σπάνια ειλικρίνεια: παλιότερα, είχε ξεχάσει να ενημερώσει για αλλεργία τροφίμου. Μια συνάδελφος το θυμήθηκε και αποφεύχθηκε το χειρότερο.

– «Στη δουλειά του νοσηλευτή τα περιθώρια για λάθη είναι πάντα περιορισμένα.»

Σ.Α., σε δημόσια δομή του νομού, βλέπει καθαρά τον τρόπο που εκδηλώνεται το burnout: σωματική και ψυχική κόπωση, έλλειψη ενέργειας, άγχος και «πολλές φορές συναισθηματική αποστασιοποίηση από τους ασθενείς». Οι βάρδιες και τα νυχτερινά ωράρια αφήνουν σημάδια στην προσωπική ζωή. Η ισορροπία απαιτεί, όπως λέει, «συνειδητή προσπάθεια».

Για την Αργολίδα έχει σαφή εικόνα: μικρότερες δομές, λιγότερο προσωπικό, περιορισμένοι πόροι σε σχέση με τα μεγάλα αστικά κέντρα. Αλλά και κάτι που αντισταθμίζει μερικώς:

– «πιο άμεση σχέση με τους ασθενείς και την τοπική κοινωνία». Προτείνει το επάγγελμα, με έναν όρο: «Με ειλικρίνεια για τις δυσκολίες του.»

Μαρλαγκούτσος Κώστας
Μαρλαγκούτσος Κώστας

Κώστας Μαρλαγκούτσος, εργάζεται ως ελεύθερος νοσηλευτής, που είχε εργαστεί στο παρελθόν και σε δημόσιο νοσοκομείο και μιλά χωρίς λογοκρισία. Το επάγγελμα, εξηγεί, απαιτεί συγκεκριμένη προσωπικότητα:

– «Με τη νοσηλευτική, γιατί είναι αρκετά ψυχοφθόρο επάγγελμα, θα πρέπει και να την αγαπήσεις.» Αλλά η αγάπη από μόνη της δεν αρκεί όταν το σύστημα σε υποχρεώνει να γίνεις τα πάντα ταυτόχρονα.

– «Σαν νοσηλευτής πρέπει να τα κάνεις σχεδόν όλα: να γίνεις security, να γίνεις υπάλληλος γενικών καθηκόντων, να γίνεις ψυχολόγος των οικείων, να κρατήσεις μια κλινική σταθερή και πολλές φορές, επειδή έχεις υπερβεί τα όρια των αρμοδιοτήτων σου — να βγεις εκτεθειμένος.»

Η εξουθένωση, λέει, δεν είναι στατιστική, είναι βιωμένη.

– «Να μην νιώθεις ούτε τα πόδια σου από το περπάτημα που έχεις ρίξει επί 8 ώρες. Το μυαλό σου να μην καταλαβαίνει τι ώρα είναι. Να πας για 5 ώρες ύπνο και μετά να συνεχίζεις στην ίδια λούπα αν δουλεύεις 3-11 και μετά 7-3. Το μυαλό αρχίζει και κρασάρει.»

Για την οικογένεια: «Πασχίζεις να βρεις μερικές ώρες να περάσεις χρόνο με τα παιδιά σου, με τη γυναίκα σου, με τον άντρα σου να βρεις ποιοτικές στιγμές για να μη χάσεις τα χρόνια που περνάνε.»

Η σύγκριση με το εξωτερικό τον πονά.

– «Σε χώρες του εξωτερικού, ο νοσηλευτής φοράει τη στολή του και πάει στο σούπερ μάρκετ και αντιμετωπίζεται ως ένα πρόσωπο που προσφέρει στην κοινωνία. Στην Ελλάδα τον νοσηλευτή μπορεί να τον φτύσουν, μπορεί να τον χτυπήσουν. Και αυτό το βλέπεις και στις πενιχρές αποδοχές.»

Δουλεύοντας στα επείγοντα της Τρίπολης, θυμάται έναν πολυτραυματία που είχε πυρποληθεί μέσα στο αυτοκίνητό του.

– «Είχαμε γεμίσει αίματα όσοι έπεσαν επάνω του. Στο τέλος αυτός διαγνώστηκε με ηπατίτιδα. Το άγχος μέχρι να βγεις καθαρός από τις εξετάσεις σου είχε χτυπήσει κόκκινο».

Για τα λάθη: «Έχω βάλει λάθος αντιβίωση σε ασθενή, νύχτα, μετά από 8 συνεχόμενες ημέρες βραδιών και νύχτες. Το ανέφερα. Δεν ήταν αλλεργικός, αλλά και αν ήταν θα το αντιμετωπίζαμε. Πρέπει να αναφέρεις το λάθος — μπορεί να το σώσεις. Αλλιώς μπορεί να αποβεί μοιραίο.»

Η σύσταση του στους νέους είναι άμεση: «Αν θέλει να έχει ποιότητα δουλειάς και να πληρώνεται ανάλογα, ας φύγει εξωτερικό. Αλλιώς στη χώρα μας, ας διαλέξει κάτι άλλο να κάνει».

Χ.Α.
Χ.Α.

Χ.Α., νοσηλεύτρια, ξεκίνησε το επάγγελμα επηρεασμένη από τη γιαγιά της, τη μόνη γυναίκα στο χωριό που ήξερε να κάνει ενέσεις.

– «Τα βιώματα που είχα από τη γιαγιά μου βοήθησαν ώστε να καλλιεργηθεί από πολύ μικρή ηλικία το αίσθημα της ενσυναίσθησης και η ανάγκη για προσφορά στον συνάνθρωπο.»

Η μέρα στο νοσοκομείο ξεκινά με παράδοση λογοδοσίας από τη μία βάρδια στην άλλη, ενημέρωση για το ιστορικό ασθενών, φαρμακευτικές οδηγίες, ιδιαιτερότητες. Κι έπειτα τρέχεις.

– «Αν τα νοσοκομεία μπορούν και στέκονται ακόμα όρθια, αυτό οφείλεται καθαρά και μόνο στο φιλότιμο τόσο του ιατρικού όσο και του νοσηλευτικού προσωπικού», λέει.

Για το burnout της πανδημίας, η μαρτυρία της είναι από τις πιο ακριβείς που έδωσε κάποιος επαγγελματίας υγείας:

– «Ακόμα και τώρα που έχει περάσει αρκετός καιρός, δεν ξέρω αν μπορώ να περιγράψω με λόγια όλο αυτό που ζήσαμε. Ήταν μια τραυματική εμπειρία.» Το σύστημα δεν ήταν προετοιμασμένο, ούτε σε προσωπικό, ούτε σε κτιριακές υποδομές. Την περίοδο των μεταλλάξεων είχαν τις περισσότερες διασωληνώσεις, όχι μόνο ευπαθών ομάδων αλλά και νέων χωρίς υποκείμενα νοσήματα.

Η υπερφόρτιση ρόλων που ακολούθησε είχε τίμημα.

– «Καλέστηκε να αναλάβουμε κάποιες φορές τον ρόλο του ψυχολόγου, του αδελφού, της αδελφής, εξαιτίας του τρόμου που βίωναν οι άνθρωποι.» Και τότε ήρθε κάτι που δεν το συζητούσε σχεδόν κανείς:

– «Το πιο λυπηρό ήταν ότι, παρόλο που ανήκουμε στον χώρο της υγείας, υπάρχει ακόμη στην κουλτούρα μας η έννοια του burnout ως ταμπού. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μη μπορούμε να μιλάμε ανοιχτά γι’ αυτό που βιώναμε, ειδικά στις μικρές κοινωνίες».

Στον νομό Αργολίδας, σημειώνει, υπάρχει πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια περίθαλψη, τα Γενικά Νοσοκομεία Ναυπλίου και Άργους. Αλλά: «Στον νομό Αργολίδας δεν υπάρχει ΜΕΘ». Αυτό σημαίνει πως τα σοβαρά περιστατικά φεύγουν για Αθήνα.

Για την κοινωνική αναγνώριση είναι λακωνική:

– «Δυστυχώς, είναι λίγοι αυτοί που αναγνωρίζουν την προσφορά μας. Υπάρχει μια απαξίωση τώρα πια και στο νοσηλευτικό και στο ιατρικό προσωπικό, και αυτό είναι λυπηρό.» Το επάγγελμα, ωστόσο, το προτείνει «μόνο σε όσους το αγαπούν πραγματικά».

Σταυρούλα Μόσχου
Σταυρούλα Μόσχου

Σταυρούλα Μόσχου, διασώστρια και νοσηλεύτρια, εξηγεί γιατί επέλεξε και τους δύο ρόλους:

– «Ως διασώστρια, ήθελα να είμαι εκεί στα πρώτα κρίσιμα δευτερόλεπτα για να σώσω μια ζωή. Ως νοσηλεύτρια, να έχω τη γνώση να τη θωρακίσω και να τη φροντίσω στη συνέχεια».

Δεν υπάρχει ρουτίνα στη δουλειά της: «Η μέρα μου είναι μια διαρκής εναλλαγή ρόλων. Μπορεί να ξεκινήσει με μια επείγουσα διακομιδή με το ασθενοφόρο και να συνεχιστεί με εξειδικευμένη νοσηλευτική φροντίδα κατ’ οίκον». Τα όρια τα ξεπερνά όχι τυπικά, αλλά «ανθρώπινα, για να μην μείνει κανένας ασθενής αβοήθητος».

Το burnout στη δική της περίπτωση είναι διπλό: σωματική κόπωση από το ασθενοφόρο και ψυχική φόρτιση από τη νοσηλεία. Το περιγράφει ως «σιωπηλή κούραση, όπου ενώ το σώμα ακολουθεί τα πρωτόκολλα, η ψυχή χρειάζεται χρόνο για να επεξεργαστεί όσα είδε στη βάρδια».

Και δεν τελειώνει με τη στολή: «Η αδρεναλίνη του διασώστη και η ευθύνη της νοσηλεύτριας δεν σβήνουν με το που βγάζεις τη στολή. Συχνά η οικογένειά μας στερείται την παρουσία μας επειδή κάποιος άλλος μας είχε ανάγκη εκείνη τη στιγμή».

Για την Αργολίδα υπάρχει κάτι συγκεκριμένο που δυσκολεύει τη δουλειά:

– «Αντιμετωπίζω το δύσκολο οδικό δίκτυο και τις αποστάσεις. Πρέπει να είσαι εξαιρετική νοσηλεύτρια για να κρατήσεις έναν ασθενή σταθερό κατά τη διάρκεια μιας μακράς διακομιδής προς ένα μεγάλο αστικό κέντρο».

Μία στιγμή τη σφραγίζει: σε ένα τροχαίο, κράτησε τον άνθρωπο στη ζωή ως διασώστρια και, αργότερα, η νοσηλευτική της εμπειρία της επέτρεψε να καθησυχάσει την οικογένεια «με τον σωστό τρόπο».

– «Αυτή η διπλή παρέμβαση είναι που κάνει τη διαφορά.» Και η μεγαλύτερη δικαίωση: «Κάθε φορά που ένας ασθενής που παρέλαβα σε κρίσιμη κατάσταση ως διασώστρια, με αναγνωρίζει αργότερα ως νοσηλεύτρια και μου σφίγγει το χέρι.»

Καραλής Γιώργος
Καραλής Γιώργος

Γεώργιος Καραλής, νοσηλευτής, ήρθε στο επάγγελμα μέσα από προσωπικά βιώματα. «Βλέποντας από κοντά τη σημασία που έχει ένας καλός επαγγελματίας υγείας στη ζωή ενός ασθενή, κατάλαβα ότι δεν είναι απλώς ένα επάγγελμα, αλλά ένας ρόλος με ουσία και ευθύνη».

Σε αντίθεση με τους υπόλοιπους, βρίσκει τη μεγαλύτερη ικανοποίησή του στην εκπαίδευση νεότερων.

– «Το να μεταδίδω εμπειρία και να βλέπω ότι βοηθώ άλλους να εξελιχθούν και να γίνουν πιο σίγουροι στη δουλειά τους, είναι κάτι που με γεμίζει ιδιαίτερα.» Τα συναισθηματικά όρια τα μαθαίνει κανείς με τον καιρό, λέει. Η αποστασιοποίηση δεν είναι αδιαφορία, είναι επιβίωση.

Για τα λάθη έχει μια αρχή:

– «Το σημαντικό είναι να τα αναγνωρίζεις έγκαιρα, να τα διορθώνεις και να τα αξιοποιείς ως ευκαιρία για βελτίωση.» Το επάγγελμα το συστήνει, με κριτήρια: «Σε κάποιον που έχει υπευθυνότητα, ψυχραιμία σε δύσκολες καταστάσεις, ενσυναίσθηση και πραγματική διάθεση να βοηθάει τους άλλους. Δεν είναι επάγγελμα για όλους».

Μαρία Στόφα, νοσηλεύτρια με 22 χρόνια εμπειρία, δεν είχε επιλέξει τη νοσηλευτική με σαφήνεια.

– «Ήταν ένας κωδικός στο μηχανογραφικό μου. Το μόνο που ήξερα στην ηλικία των 18 ετών ήταν ότι ποτέ δεν θα ήθελα να είμαι ο άνθρωπος του γραφείου και της ρουτίνας.» Τελικά, το επάγγελμα αποδείχθηκε, κατά τη διατύπωσή της, «λειτούργημα».

Το burnout το περιγράφει χωρίς περιστροφές: «Υπάρχουν μέρες που νιώθω να αδειάζω. Να μην έχω άλλες δυνάμεις να προσφέρω. Υπάρχουν μέρες που θέλω να ξεσπάσω σε κλάματα χωρίς προφανή λόγο. Υπάρχουν μέρες που γίνομαι κυνική. Και μέρες που αμφισβητώ τον ίδιο μου τον εαυτό, που πιστεύω ότι δεν είμαι πια τόσο καλή στη δουλειά μου.» Το σώμα προειδοποιεί με ημικρανίες, διαταραχή ύπνου, θυμό. «Αλλά δεν έχεις την πολυτέλεια να το ακούσεις, γιατί κάποιος σε έχει μεγαλύτερη ανάγκη».

Στα πολλά της χρόνια, η δουλειά με παιδιά αφήνει τα βαθύτερα σημάδια. Στο Ωνάσειο, στις αρχές της καριέρας της, θυμάται να στέκεται έξω από κλειστή πόρτα μαζί με τη μαμά ενός παιδιού εννέα χρόνων, του Δημήτρη, «του Δημητράκη μας», που ανέμεναν να βγει μετά την εμφύτευση τεχνητής καρδιάς. «Ο Δημήτρης ήταν ο μικρός μας αδερφός.»

Για τα λάθη είναι από τους λίγους που μπορούν να πουν ότι δεν έχουν κάνει κάποιο που να απείλησε ασθενή. Αλλά αν συνέβαινε:

– «Το πρώτο πράγμα που θα έκανα θα το γνωστοποιούσα – δεν θα το απέκρυπτα – ώστε να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα».

Η ερώτηση αν θα πρότεινε το επάγγελμα καταλήγει σε μια εικόνα: παραμονή Πρωτοχρονιάς, στις 23:30, μια γυναίκα 52 ετών φτάνει στο αιμοδυναμικό εργαστήριο με έμφραγμα. Στις 00:30 του νέου χρόνου, η ίδια και ο γιατρός της έχουν σώσει τη ζωή. «Ναι, να το ακολουθήσει. Αυτό το συναίσθημα που βιώνει ο νοσηλευτής δεν μπορεί να γίνει εύκολα κατανοητό από το ευρύ κοινό. Το “ευχαριστώ” από ένα στόμα με δύο μάτια δακρυσμένα είναι η μεγαλύτερη μας ανταμοιβή».

Οκτώ άνθρωποι, οκτώ πορείες, μία κοινή διαπίστωση: Το επάγγελμα δεν ανταποδίδει πάντα ούτε σε μισθούς ούτε σε αναγνώριση αυτό που παίρνει σε ψυχική και σωματική φθορά. Κι όμως, σχεδόν κανείς δεν το έχει μετανιώσει.

Κανελλοπούλου Βάσια
Κανελλοπούλου Βάσια

Η Βάσια Κανελλοπούλου, νοσηλεύτρια, η οποία έχει κι αυτή βιώσει burnout και διάχυτες ελλείψεις εξοπλισμού στον νομό, είναι η μόνη που δεν το συστήνει σε νέους:

– «Αυτή τη στιγμή το επάγγελμα του νοσηλευτή είναι από τα πιο απαιτητικά, επικίνδυνα και υποστελεχωμένα. Δεν θα το πρότεινα σε κάποιον νέο να το ακολουθήσει.» Και συνεχίζει, κάθε βάρδια, να κάνει τη δουλειά της.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Δείτε τις τελευταίες ειδήσεις εδώ

Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

newsletter banner anagnostis