Μετά από μια παρατεταμένη περίοδο όπου το ελαιόλαδο αντιμετωπιζόταν σχεδόν ως είδος πολυτελείας στα ράφια των σούπερ μάρκετ, η αγορά δείχνει σαφή σημάδια εξομάλυνσης.
Η πρόσφατη εμπορική συμφωνία στη Λακωνία έρχεται να επιβεβαιώσει στην πράξη αυτό που τα ευρωπαϊκά στατιστικά στοιχεία καταγράφουν εδώ και μήνες: η τιμή του ελαιολάδου βρίσκεται σε τροχιά διόρθωσης.
Η «πυξίδα» της Λακωνίας
Τα νεότερα δεδομένα από την εγχώρια αγορά δείχνουν σταθεροποίηση σε αισθητά χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Ενδεικτική είναι η κίνηση του Αγροτικού Ελαιουργικού Συνεταιρισμού (ΑΕΣ) Παπαδιανίκων στη Λακωνία. Ο συνεταιρισμός ολοκλήρωσε την πώληση δύο βυτίων με εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο νέας εσοδείας (2025–2026), εξαιρετικής ποιότητας.
Η συμφωνία έκλεισε στα 5,45 ευρώ ανά κιλό, καλύπτοντας όσους παραγωγούς είχαν εγγραφεί στη σχετική λίστα μέχρι τα τέλη Μαρτίου 2026. Η διοίκηση του συνεταιρισμού έχει ήδη προαναγγείλει ότι επίκεινται και νέες πωλήσεις το αμέσως επόμενο διάστημα, δίνοντας τον τόνο για το πού θα κινηθεί η ελληνική αγορά φέτος.
Το τέλος της τετραετούς «φούσκας» στην Ευρώπη
Αν διευρύνουμε το βλέμμα μας στην ευρωπαϊκή αγορά, η εικόνα είναι ξεκάθαρη: οι καταναλωτές παίρνουν βαθιά ανάσα. Σύμφωνα με τη Eurostat, οι τιμές στην ΕΕ κατέγραψαν το 2025 την πρώτη τους ουσιαστική υποχώρηση εδώ και τέσσερα χρόνια.
- Το ράλι (2021-2024): Το συνολικό κόστος εκτινάχθηκε κατά 78% σε μια διετία, με τις ετήσιες αυξήσεις να σπάνε κάθε ρεκόρ (34,4% το 2023 και 32,2% το 2024). Τον Μάρτιο του 2024, ο πληθωρισμός στο ελαιόλαδο άγγιξε το τρομακτικό 52,4%.
- Η διόρθωση του 2025: Ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατέγραψε «βουτιά» της τάξης του 23%, μια πτώση που συνεχίζει να επηρεάζει την αγορά και τις αρχές του 2026.
Οι μεσογειακές χώρες οδηγούν την πτώση
Η αποκλιμάκωση δεν είναι ομοιόμορφη σε όλη τη Γηραιά Ήπειρο. Βάσει των στοιχείων, η απότομη πτώση τιμών λαδιού εντοπίζεται κυρίως στις μεγάλες ελαιοπαραγωγικές χώρες:
- Ισπανία: Ο μεγαλύτερος παραγωγός παγκοσμίως είδε τις τιμές να καταρρέουν κατά -38,9%.
- Ελλάδα: Ακολουθεί στενά στη δεύτερη θέση, με υποχώρηση -29,2%.
- Πορτογαλία: Κατέγραψε μείωση -24%.
Πρόκειται για τα μοναδικά κράτη όπου η πτώση ήταν μεγαλύτερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (-22,9%). Στον αντίποδα, υπάρχουν χώρες που τα νούμερα παραμένουν στο κόκκινο, όπως η Αλβανία και η Ρουμανία, αλλά και η Τουρκία η οποία (αν και εκτός ΕΕ) είδε τα έλαια να ακριβαίνουν κατά 31% από τα τέλη του ’24 έως τα τέλη του ’25.
Πού οφείλεται η απότομη αλλαγή του σκηνικού;
Τι προκάλεσε όμως αυτό το ρόλερ-κόστερ στις τιμές; Ειδικοί της αγοράς εξηγούν ότι η συνταγή περιλαμβάνει την προσφορά, τον καιρό και τη συμπεριφορά των καταναλωτών.
1. Η ανάκαμψη της παραγωγής: Η περίοδος 2022-2024 στιγματίστηκε από ακραία ξηρασία στη λεκάνη της Μεσογείου. Σύμφωνα με το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιολάδου (IOC), η ευρωπαϊκή παραγωγή είχε βυθιστεί στους 1,39 εκατομμύρια τόνους. Πλέον, η κατάσταση έχει αναστραφεί. Οι εκτιμήσεις για την τρέχουσα περίοδο (2024/2025) κάνουν λόγο για άλμα στους 2,11 εκατ. τόνους, γεμίζοντας ξανά τις δεξαμενές. Όπως τονίζει ο Rafael Pico Acevedo, εκπρόσωπος των Ισπανών εξαγωγέων, οι καλύτερες σοδειές στο Νότο αποσυμπίεσαν άμεσα το σύστημα.
2. Η αντίδραση των καταναλωτών: Δεν είναι μόνο η αυξημένη προσφορά που ρίχνει τις τιμές. Όπως επισημαίνει η Mariana Matos από την Ένωση Ελαιολάδου της Πορτογαλίας, οι δυσθεώρητες ανατιμήσεις των προηγούμενων ετών οδήγησαν σε σημαντική μείωση της ζήτησης. Οι καταναλωτές περιόρισαν τις αγορές τους ή στράφηκαν σε φθηνότερα σπορέλαια. Αυτή η συρρίκνωση της κατανάλωσης ανάγκασε την αγορά να προσαρμοστεί βίαια προς τα κάτω για να ξεμπλοκάρει τα αποθέματα.
Η αγορά ελαιολάδου σήμερα φαίνεται να επιστρέφει σε μια νέα κανονικότητα. Αν και απέχουμε ακόμα από τις πολύ χαμηλές τιμές της περασμένης δεκαετίας, το ισοζύγιο μεταξύ παραγωγών και ραφιού έχει γίνει ξανά βιώσιμο. Το στοίχημα πλέον, τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Ευρώπη, είναι η θωράκιση της καλλιέργειας απέναντι στις μελλοντικές κλιματικές προκλήσεις.










