Το Αρχοντικό Κοντού, στα Άνω Λεχώνια του Βόλου, είναι ένα από τα πιο γνωστά και ατμοσφαιρικά νεοκλασικά κτίρια της περιοχής. Χτισμένο γύρω στο 1900, δεσπόζει στην είσοδο του χωριού και συνδέθηκε με το όνομα του Νικόλαου Κοντού, μιας σημαντικής προσωπικότητας της εποχής, που είχε αποκτήσει μεγάλη περιουσία και έντονη κοινωνική παρουσία.
Με την επιβλητική του μορφή, την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική του και τη θέση του μέσα στο τοπίο του Πηλίου, το αρχοντικό αποτέλεσε για δεκαετίες σημείο αναφοράς για την ευρύτερη περιοχή.
Με το πέρασμα των χρόνων, το κτίριο τυλίχθηκε από ιστορίες, θρύλους και αφηγήσεις που το μετέτρεψαν, στη λαϊκή φαντασία, σε ένα «στοιχειωμένο» σπίτι. Η φήμη αυτή ενισχύθηκε από τις τραγωδίες που συνδέθηκαν με την οικογένεια του Νικόλαου Κοντού, η οποία έχασε τα παιδιά της, την Κατίνα, την Ελένη και τον Κωνσταντίνο, αλλά και από τη σταδιακή εγκατάλειψη του κτιρίου, που του έδωσε τη σημερινή σκοτεινή και μυστηριώδη όψη.



Πολλά από αυτά τα στοιχεία ανήκουν περισσότερο στη σφαίρα του θρύλου παρά της πλήρως τεκμηριωμένης ιστορίας, όμως συνέβαλαν αποφασιστικά στο να αποκτήσει το αρχοντικό τη φήμη που το ακολουθεί μέχρι σήμερα.
Έκτοτε, το Αρχοντικό Κοντού πρωταγωνιστεί σε έναν αστικό μύθο που το θέλει στοιχειωμένο. Σύμφωνα με μία από τις πιο γνωστές εκδοχές, η κακοδαιμονία του σπιτιού ξεκινά όταν μια σαύρα πέφτει σε μια καράφα με γάλα, προκαλώντας τον θάνατο των τριών παιδιών της οικογένειας. Το ταφικό τους μνημείο στο κοιμητήριο του Βόλου ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή τη φήμη, καθώς παρουσιάζει ένα τραπέζι, τρία καρεκλάκια και μια καράφα, ενώ πάνω στο χείλος της καράφας απεικονίζεται μια σαύρα.
Αυτός όμως δεν είναι ο μόνος θρύλος που συνοδεύει την οικογένεια Κοντού. Μια άλλη εκδοχή αναφέρει ότι τα παιδιά δηλητηριάστηκαν από την υπηρέτρια του σπιτιού, ώστε να περάσει η περιουσία σε άλλους συγγενείς. Ένας τρίτος μύθος υποστηρίζει ότι η οικογένεια χτυπήθηκε από σοβαρό νόσημα της φυματίωσης και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σπίτι. Οι ιστορίες αυτές δεν σταμάτησαν στην πρώτη οικογένεια, καθώς, σύμφωνα με τις τοπικές αφηγήσεις, κακοδαιμονίες και δυσάρεστα γεγονότα συνόδευσαν και άλλους ενοίκους που εγκαταστάθηκαν αργότερα στο αρχοντικό.



Πέρα όμως από τους θρύλους, υπάρχει και η βαριά ιστορική πλευρά του κτιρίου. Στη διάρκεια της Κατοχής, το 1941, το Αρχοντικό Κοντού χρησιμοποιήθηκε από τους Γερμανούς, οι οποίοι το μετέτρεψαν σε αρχηγείο της Γκεστάπο. Σε μεταγενέστερες αναφορές γίνεται λόγος και για χρήση του χώρου ως τόπου ανακρίσεων, βασανισμών και θανάτων μέσα στο αρχοντικό, γεγονός που βάρυνε ακόμη περισσότερο την ιστορική μνήμη του κτιρίου. Μάλιστα, σύμφωνα με τοπικές αφηγήσεις, οι Γερμανοί φεύγοντας σκότωσαν και τους δύο τελευταίες ενοίκους του σπιτιού, τις οποίες κρατούσαν εκεί για να τους υπηρετούν.
Ιδιαίτερα για την περίοδο του 1944, πηγές αναφέρουν ότι στο κτίριο εγκαταστάθηκε και η φιλογερμανική ΕΑΣΑΔ, γεγονός που συνδέει το αρχοντικό όχι μόνο με την κατοχική διοίκηση, αλλά και με ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της τοπικής ιστορίας. Η περιοχή των Λεχωνίων, άλλωστε, έζησε με σκληρό τρόπο τα χρόνια της Κατοχής, με εγκλήματα και εκτελέσεις που σημάδεψαν βαθιά τη συλλογική μνήμη των κατοίκων.



Σήμερα, το Αρχοντικό Κοντού παραμένει ένα εμβληματικό αλλά εγκαταλελειμμένο κτίριο, φορτωμένο με μνήμες, θρύλους και ιστορία. Δεν είναι μόνο ένα παλιό αρχοντικό του Πηλίου· είναι ένα κτίσμα που κουβαλά πάνω του το αποτύπωμα μιας ολόκληρης εποχής: την ακμή μιας παλιάς κοινωνίας, τις οικογενειακές τραγωδίες, τη φθορά του χρόνου, αλλά και τη σκοτεινή περίοδο της γερμανικής Κατοχής, όταν χρησιμοποιήθηκε από τους κατακτητές και συνδέθηκε με φόβο, βία και πόνο. Γι’ αυτό και μέχρι σήμερα εξακολουθεί να προκαλεί δέος, συγκίνηση και έντονο ενδιαφέρον σε όσους αντικρίζουν το ερειπωμένο του περίβλημα.
Το 1985, με απόφαση της Μελίνας Μερκούρη, το Αρχοντικό Κοντού χαρακτηρίστηκε διατηρητέο μνημείο, ενώ το 1999 αγοράστηκε από τον τότε Δήμο Αρτέμιδος.
Photos & Video: Michael Miller











