Από τις σελίδες του έντυπου «Αναγνώστη Πελοποννήσου», μεταφέρουμε σήμερα στην ψηφιακή μας έκδοση μια ουσιαστική συζήτηση με τον Παναγιώτη Ιωσηφέλη. Ο καταξιωμένος σεναριογράφος και καθηγητής του ΑΠΘ ξεδιπλώνει τη βαθιά του σύνδεση με την Αργολίδα – από τα έδρανα του Πανεπιστημίου στο Ναύπλιο μέχρι την απόφαση να τοποθετήσει το τηλεοπτικό του «Νεοχώρι» στην καρδιά του Αργολικού κάμπου.

Όταν ο Παναγιώτης Ιωσηφέλης περπατά στα σοκάκια του Ναυπλίου, δεν αισθάνεται επισκέπτης. Δεν είναι ούτε ένας περαστικός τουρίστας, ούτε ένας αποστασιοποιημένος ακαδημαϊκός. Για τον άνθρωπο που βρίσκεται πίσω από 416 τηλεοπτικά επεισόδια, πέντε ταινίες μεγάλου μήκους και μια λαμπρή καριέρα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, η Αργολίδα είναι ένας τόπος που «έγραψε» μέσα του, πολύ πριν ο ίδιος αρχίσει να γράφει για την οθόνη. Σήμερα, η σχέση του με την περιοχή μας είναι διπλή και βαθιά ουσιαστική: Από τη μία η έδρα του δασκάλου στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Δημιουργική Γραφή, Θέατρο και Πολιτιστικές Βιομηχανίες» και από την άλλη η επιλογή του να τοποθετήσει το φανταστικό «Νεοχώρι» της επιτυχημένης σειράς «Το Παιδί» στην καρδιά του Αργολικού κάμπου.
Σε μια εκτενή συζήτηση με τον έντυπο «Αναγνώστη Πελοποννήσου», ο κ. Ιωσηφέλης ξετυλίγει το νήμα μιας διαδρομής που ξεκίνησε από τα θρανία της φιλολογίας, πέρασε από τη δημοσιογραφία και τα βιντεοκλίπ, για να καταλήξει στην κορυφή της ελληνικής μυθοπλασίας. Με το στιβαρό, αλλά οικείο ύφος ενός ανθρώπου που γνωρίζει καλά τα κατατόπια της περιοχής μας, εξηγεί γιατί η Αργολίδα κέρδισε τη «μάχη» του σκηνικού έναντι της Βόρειας Ελλάδας και πώς η «τιμιότητα» των φοιτητών στο Ναύπλιο τον κάνει να αισιοδοξεί για το μέλλον της γραφής.

Το οδοιπορικό στην Αργολίδα: Από το φοιτητικό αμάξι στο «κάδρο» της ΕΡΤ
Η σύνδεση του Παναγιώτη Ιωσηφέλη με την περιοχή μας δεν προέκυψε τυχαία. Είναι μια σχέση που μετρά δεκαετίες.
– «Κατέληξα να έχω σχέση με την Αργολίδα. Είχα έρθει στο παρελθόν σαν φοιτητής αρκετές φορές στο Ναύπλιο και ταξίδεψα. Είναι ακόμα ένα μαγικό μέρος της Ελλάδας. Και δεν το λέω συμπαντικά ή σχηματικά», εξομολογείται. Οι αναμνήσεις από εκείνα τα χρόνια, όταν «όργωνε» την περιοχή με το αυτοκίνητο, έμειναν ανεξίτηλες.
– «Το Ναύπλιο με είχε ξετρελάνει όταν ήμουν πιτσιρικάς», θυμάται, και αυτή η προσωπική σύνδεση λειτούργησε ως καταλύτης, όταν ήρθε η ώρα των δημιουργικών αποφάσεων.
Όταν η συγγραφική ομάδα της σειράς «Το Παιδί» αναζητούσε τον τόπο όπου θα «ρίζωνε» η ιστορία, οι επιλογές ήταν πολλές.
– «Η αρχική μας σκέψη ήταν να είναι το Νεοχώρι κάπου στο Βορρά, στα σύνορα. Θέλαμε να παίξουμε μ’ αυτό, άρα να είναι στην Καστοριά ή στη Φλώρινα. Θέλαμε να το αγριέψουμε λίγο παραπάνω», μας αποκαλύπτει. Όμως, η πραγματικότητα της παραγωγής και η φυσιογνωμία του εδάφους έγειραν την πλάστιγγα προς το μέρος μας. Τα στούντιο στο Πικέρμι, όπου πραγματοποιούνται τα γυρίσματα, περιβάλλονται από μια φύση που δεν θυμίζει τα μαυρoέλατα και τη βλάστηση της Μακεδονίας.
– «Η φυσιολογία του εδάφους και οι καλλιέργειες στο Πικέρμι, ταίριαζαν με την Αργολίδα. Έτσι είπαμε: ας το βάλουμε εκεί που μου αρέσει κιόλας», εξηγεί. Για τον κ. Ιωσήφελη, η Αργολίδα αντιπροσωπεύει μια ιδιάζουσα πτυχή της ελληνικής επαρχίας. Αν και απέχει μόλις δύο ώρες από την Αθήνα, διατηρεί έναν χαρακτήρα που μπορεί να είναι ταυτόχρονα κοντά στο κέντρο, αλλά και «αποκλεισμένος» ή «περιθωριοποιημένος» στα χωριά του, θυμίζοντας τα υπόλοιπα 51 «Νεοχώρια» της χώρας, όπως αυτό της Ημαθίας.

«Το Παιδί»: Μια επανάσταση καλοσύνης σε έναν σκληρό κόσμο
Η έμπνευση για το «Παιδί» δεν ήρθε μέσα από κάποια περίπλοκη τεχνική, αλλά από την ίδια τη ζωή. Ο σεναριογράφος θυμάται μια τυχαία συζήτηση για ένα παιδί στο φάσμα του αυτισμού, η οποία «έγραψε» μέσα του. Η ανάγκη του ήταν απλή, αλλά και βαθιά: ήθελε να δημιουργήσει μια σειρά που να αποπνέει καλοσύνη.
– «Ήθελα να μην έχει άλλους εκβιασμούς, προδοσίες και δολοφονίες τίμιων ανθρώπων για εκδίκηση», τονίζει.
Αναζητώντας τον ορισμό της αθωότητας, κατέληξε στον Δημήτρη, έναν αυτιστικό νέο άνδρα που είναι «φύσει και θέσει παιδί». Γύρω από αυτόν τον πυρήνα χτίστηκε μια ολόκληρη κοινωνία χαρακτήρων. Η οικογένεια της Άρτεμις, η Μαίρη και η Μίνα (ερμηνευμένες από την Τοπαλίδου και τη Μάσχα), συνθέτουν ένα σύμπαν που λειτουργεί συχνά υπονομευτικά, «λίγο στον κόσμο του», αλλά πάντα αυθεντικά.
Η σειρά, για τον δημιουργό της, είναι μια «Κιβωτός του Νώε». Η συμπερίληψη διαφορετικών ανθρώπων, όπως το ζευγάρι της Αφροδίτης και της Ελένης, δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας «μόδας», αλλά μια συνειδητή απόφαση ορατότητας.
– «Εφόσον φτιάχνουμε ένα σύμπαν, οφείλεις να τα βάλεις όλα μέσα, αυτά που εσύ βλέπεις», αναφέρει χαρακτηριστικά, εξαίροντας τη στάση της ΕΡΤ που στάθηκε υποδειγματική και ανοιχτή σε κάθε πρόταση.

Η διδασκαλία στο Ναύπλιο: Μια σχέση τιμιότητας
Πέρα από την οθόνη, ο Παναγιώτης Ιωσηφέλης προσφέρει το έργο του στους φοιτητές του μεταπτυχιακού προγράμματος «Δημιουργική Γραφή, Θέατρο και Πολιτιστικές Βιομηχανίες» που πραγματοποιείται στο Τμήμα Θετρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, στο Ναύπλιο. Παρά την εμπειρία του από άλλα προγράμματα, η συνεργασία του με την δ/ντρια του μεταπτυχιακού και κοσμήτορα Αγγελική Σπυροπούλου στο Ναύπλιο, τον γέμισε ικανοποίηση.
– «Μου άρεσε και το επίπεδο και το κλίμα, το επίπεδο των παιδιών εννοώ. Υπάρχουν μεταπτυχιακά που είναι λίγο απάτη και γνωρίζω από αυτά. Αυτό δεν είναι ένα από αυτά», δηλώνει ευθέως. Αυτό που τον εντυπωσίασε στην Αργολική πρωτεύουσα, είναι η «τιμιότητα και η σοβαρότητα», με την οποία οι φοιτητές προσέρχονται στο μάθημα, αναζητώντας την ουσία της γραφής και όχι απλώς έναν τίτλο σπουδών. Μάλιστα, παραδέχεται ότι συχνά ζηλεύει ιδέες φοιτητών του.
– «Βλέπεις κάποιον να βλέπει τον κόσμο από έναν πολύ διαφορετικό τρόπο και με μεγάλη σαφήνεια. Αυτό μας ξυπνάει, αλλιώς κοιτάμε μόνο τον εαυτό μας και οδηγούμαστε στην παρακμή».
Η «θητεία» στα βιντεοκλίπ και το σχολείο της εικόνας
Η διαδρομή του κ. Ιωσηφέλη προς το σενάριο δεν ήταν γραμμική. Ξεκίνησε ως καθηγητής μέσης εκπαίδευσης (φιλόλογος) για επτά χρόνια, ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση. Ωστόσο, η δημοσιογραφία τον κέρδισε νωρίς, γράφοντας σε μεγάλα περιοδικά όπως ο «Ταχυδρόμος» και οι «Εικόνες», όπου ειδικεύτηκε στις μεγάλες συνεντεύξεις – σαλόνια.
Ένα άγνωστο στο ευρύ κοινό κεφάλαιο της ζωής του είναι η συγγραφή περίπου 300 βιντεοκλίπ μεταξύ 1999 και 2003.
– «Ήταν ένα μεγάλο σχολείο για μένα. Μου δίνανε τραγούδι και εγώ έγραφα μια μικρή πλοκή, για τον Νταλάρα και άλλους. Δεν είχες διάλογο, έπρεπε μόνο μέσω εικόνας να συνθέσεις κάτι που να αναδεικνύει το τραγούδι», θυμάται. Αυτή η «θητεία» στην καθαρή εικόνα ήταν που σφυρηλάτησε την ικανότητά του να χτίζει ατμόσφαιρες και δράση χωρίς τη βοήθεια του λόγου.
Η καθημερινότητα ενός εργάτη του λόγου
Πώς γράφεται όμως μια επιτυχία 150 επεισοδίων; Ο Παναγιώτης Ιωσηφέλης είναι ένας «εργάτης» του πληκτρολογίου. Ομολογεί ότι δυσκολεύεται πλέον να πιάσει στυλό.
– «Είναι μια μορφή νεοαποκτηθείσας αναπηρίας», λέει χαριτολογώντας. Η γραφή γι’ αυτόν είναι θέμα εξάσκησης και όχι μόνο έμπνευσης.
– «Η επινόηση είναι ένας μυς και τον γυμνάζεις», τονίζει.
Σε περιόδους υψηλού στρες, μπορεί να γράφει έως και 8 ώρες συνεχόμενα, αν και το ιδανικό δημιουργικό όριο είναι οι 5 ώρες. Πλέον, η εμπειρία του του επιτρέπει να γράφει παντού. Δεν χρειάζεται τις ιδανικές συνθήκες θερμοκρασίας ή το γραφείο του.
– «Αν πρέπει να σταλεί το επεισόδιο, με βάζεις κάπου με έναν υπολογιστή και γράφω. Δεν έχει τέτοια νάζια».
Όσο για το «μυστικό της επιτυχίας», ο ίδιος είναι κατηγορηματικός: δεν υπάρχει.
– «Αν το ξέραμε, θα γράφαμε μόνο επιτυχίες. Είναι μια δουλειά παραγοντική. Ηθοποιοί, σκηνοθεσία, μοντάζ, ήχος, μουσική. Κανείς δεν ξέρει τι θα λειτουργήσει στον κόσμο και πότε». Γι’ αυτό και θεωρεί πάντα ως highlight της καριέρας του την «επόμενη δουλειά», διατηρώντας έναν παιδικό ενθουσιασμό για κάθε νέο σύμπαν που καλείται να δημιουργήσει.
Τεχνητή Νοημοσύνη vs Ανθρώπινη μπειρία
Σε μια εποχή που η τεχνητή νοημοσύνη (AI) διεκδικεί χώρο στη δημιουργία, ο κ. Ιωσηφέλης παραμένει επιφυλακτικός. Έχοντας δοκιμάσει τα εργαλεία αυτά, καταλήγει ότι το αποτέλεσμα είναι «ξερό, γυμνό και λειτουργεί σαν σχήμα».
– «Για να είναι πειστικό αυτό που γράφουμε, πρέπει να έχει λεπτομέρειες που συνδέονται με μη διαμεσολαβημένες εμπειρίες. Πράγματα που έχουμε ζήσει. Το AI δίνει κάτι στον μέσο όρο, ενώ στην τέχνη περιμένουμε το πρωτότυπο, το προσωπικό, το έξυπνο. Αυτά δεν τα έχει», εξηγεί στον «Αναγνώστη Πελοποννήσου». Η δική του γραφή τροφοδοτείται από τη ζωή που έχει ζήσει, από τη βοήθεια που χρειάστηκε ή έδωσε, από τους ανθρώπους που είδε γύρω του.
Η γέννηση ενός αφηγητή
Η επαγγελματική ταυτότητα του Παναγιώτη Ιωσηφέλη είναι ένα πολυεπίπεδο ψηφιδωτό, που ξεκινά από το οικογενειακό του περιβάλλον και φτάνει μέχρι τις πιο σύγχρονες μορφές οπτικοακουστικής έκφρασης. Μεγαλωμένος σε ένα σπίτι όπου τα γράμματα είχαν τον πρώτο λόγο, η μοίρα του έδειχνε αρχικά τον δρόμο της μέσης εκπαίδευσης.
– «Η μάνα μου ήταν φιλόλογος και στο σόι μου υπήρχαν πάρα πολλοί καθηγητές. Ήταν αυτονόητο ότι και εγώ θα γίνω καθηγητής μέσης», αναφέρει. Πράγματι, για επτά χρόνια υπηρέτησε το λειτούργημα του φιλολόγου, όμως η εσωτερική του ανάγκη για τη γραφή είχε εκδηλωθεί ήδη από τα 19 του χρόνια.
Η στροφή στη δημοσιογραφία δεν ήταν τυχαία. Με πρότυπο τον θείο του, Τάσο, που βιοποριζόταν από την πένα, ο Ιωσηφέλης αποφάσισε να σπουδάσει το αντικείμενο στη Θεσσαλονίκη, πριν καν ανοίξει η επίσημη κρατική σχολή. Η θητεία του στα περιοδικά και τις εφημερίδες υπήρξε το πρώτο μεγάλο «σχολείο» παρατήρησης της ανθρώπινης φύσης. Ως συντάκτης στον «Ταχυδρόμο», στα «Νέα» και στις «Εικόνες» του Έθνους, ειδικεύτηκε στις μεγάλες, απαιτητικές συνεντεύξεις, τα λεγόμενα «σαλόνια». Εκεί έμαθε να ακούει, να ξεκλειδώνει χαρακτήρες και να δομεί αφηγήσεις, δεξιότητες που αργότερα θα μετέφερε αυτούσιες στο σενάριο.
Πριν όμως η τηλεόραση τον κερδίσει οριστικά, μεσολάβησε μια περίοδος που ο ίδιος χαρακτηρίζει ως την απόλυτη «θητεία» του στα οπτικοακουστικά μέσα: η συγγραφή 300 βιντεοκλίπ. Σε μια εποχή που η εικόνα άρχιζε να κυριαρχεί, ο Ιωσηφέλης κλήθηκε να οπτικοποιήσει τραγούδια σπουδαίων ερμηνευτών, όπως του Γιώργου Νταλάρα, δημιουργώντας μικρές πλοκές χωρίς την ευκολία του διαλόγου.
– «Ήταν μεγάλο σχολείο, γιατί έπρεπε μόνο μέσω εικόνας να συνθέσεις κάτι που σε συνδυασμό με το τραγούδι να αναδεικνύει την εμπειρία», θυμάται. Αυτή η εμπειρία της «βωβής» αφήγησης είναι που του επιτρέπει σήμερα, ως Καθηγητής Σεναρίου στο ΑΠΘ και Συντονιστής στο Μεταπτυχιακό του ΕΑΠ, να διδάσκει στους φοιτητές του την οικονομία του λόγου και τη δύναμη της εικόνας.

Η «κουζίνα» του Σεναρίου
Στο γραφείο ενός σεναριογράφου της εμβέλειας του Ιωσηφέλη, η δημιουργία δεν είναι μια μοναχική τελετουργία, αλλά μια ζωντανή, συλλογική διαδικασία. Ο ίδιος αποδομεί το κλισέ του «εμπνευσμένου καλλιτέχνη», μιλώντας για τη συστηματική εξάσκηση.
– «Η επινόηση είναι ένας μυς και τον γυμνάζεις», τονίζει. Παραδέχεται, μάλιστα, ότι στην αρχή της καριέρας του, όταν το μυαλό του δεν ήταν τόσο «γυμνασμένο», βίωσε περιόδους έντονου συγγραφικού μπλοκαρίσματος (writer’s block), ειδικά μετά από εξαντλητικές δουλειές, όπου ένιωθε ότι «το είχε στίψει και δεν είχε τίποτα άλλο». Η λύση βρέθηκε στη συνεργασία.
Στη σειρά «Το Παιδί», ο Ιωσηφέλης πλαισιώνεται από μια ομάδα «σκαλετιστών», με τους οποίους μοιράζεται την καθημερινότητα της πλοκής.
– «Αν έχεις συνεργάτες, είναι για να τους ακούς. Θα ήμουν αφελής να πω για λόγους εγωισμού “όχι” σε μια καλή ιδέα επειδή δεν είναι δική μου», αναφέρει, φέρνοντας ως παράδειγμα μια εξαιρετική πρόταση που κατέθεσε πρόσφατα ένας συνεργάτης του, ο Γιάννης. Αυτή η δημοκρατική προσέγγιση είναι που επιτρέπει στη σειρά να διατηρεί τη φρεσκάδα της, παρά τον τεράστιο όγκο των 150 επεισοδίων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αποκάλυψη για το πώς χτίστηκαν οι χαρακτήρες που πλαισιώνουν τον Δημήτρη. Ενώ ο ίδιος νιώθει απόλυτη οικειότητα με τους χαρακτήρες της γενιάς του ή τους πολύ νεότερους (όπως η Ανθούλα, ο Γιάννης και η Σοφία), παραδέχεται ότι δυσκολεύτηκε με τη «θολή» γενιά των 30άρηδων, όπως ο Θέμης και η Σίσσυ. Εκεί, η συμβολή της σεναριογραφικής του ομάδας, που αποτελείται από παιδιά γεννημένα το ’87, υπήρξε καθοριστική. Επιπλέον, ξεκαθαρίζει ότι ο τίτλος «Το Παιδί» κρύβει πίσω του μια ολόκληρη φιλοσοφία σχέσεων: Δεν αφορά μόνο τον Δημήτρη, αλλά τη Βάνα με την Άρτεμη, την Ανθούλα με την Στράτω και τον Χρυσόδημο, μια πολυπρόσωπη μελέτη πάνω στην έννοια της παιδικότητας και της ευθύνης, της οποίας ο πραγματικός λόγος ύπαρξης θα αποκαλυφθεί μόνο στο φινάλε.

Όσο για τη μελλοντική του πορεία, ενώ ο ίδιος παραμένει επιφυλακτικός λόγω του φόρτου εργασίας, αποκαλύπτει ότι υπάρχει ήδη στα σκαριά μια μίνι σειρά 8 επεισοδίων, ένα παλιότερο κείμενο που περιμένει το απαραίτητο «ξεσκόνισμα» για να πάρει τον δρόμο της παραγωγής. Μέχρι τότε, η Αργολίδα θα παραμένει το σημείο αναφοράς του, το μέρος όπου η «κιβωτός» των χαρακτήρων του βρήκε το πιο φιλόξενο λιμάνι.

Το μέλλον και η Αργολίδα
Καθώς «Το Παιδί» πλησιάζει στο τέλος του (αν και ο ίδιος αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο συνέχειας), ο Παναγιώτης Ιωσηφέλης προετοιμάζει τα επόμενα βήματά του. Συζητά για μίνι σειρές 8 επεισοδίων, ενώ «ξεσκονίζει» παλαιότερα κείμενα που περιμένουν την ώρα τους. Ωστόσο, η παρουσία του στην Αργολίδα, είτε μέσω της διδασκαλίας, είτε μέσω της έμπνευσης, παραμένει σταθερή.
Για τον κόσμο, ο Παναγιώτης Ιωσηφέλης δεν είναι απλώς ένας επιτυχημένος σεναριογράφος. Είναι ο άνθρωπος που επέλεξε να στρέψει τους προβολείς της εθνικής εμβέλειας στην Αργολίδα, αναδεικνύοντας την ομορφιά και τις αντιφάσεις της περιοχής. Είναι ο καθηγητής που τιμά το Ναύπλιο με την παρουσία του και ο δημιουργός που μας θυμίζει ότι η «καλοσύνη» είναι ακόμα ένα θέμα άξιο λόγου στην ελληνική τηλεόραση.
Ολοκληρώνοντας τη συνάντησή μας, μας μένει η αίσθηση ενός ανθρώπου που, παρά τις 400+ επιτυχίες του, παραμένει ένας ανήσυχος ιστορικός (όπως ήθελε να γίνει μικρός) που καταγράφει την ανθρώπινη ψυχή με την ίδια «τιμιότητα» που ζητά από τους φοιτητές του. Και η Αργολίδα, με το «μαγικό» της φως, θα είναι πάντα εκεί για να του προσφέρει το επόμενο σκηνικό.










