Είναι μια σκληρή πραγματικότητα που συζητείται σε κάθε σπίτι, από την Καλαμάτα μέχρι την Κόρινθο: Η οικονομική διαφορά μεταξύ των συνταξιούχων που προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα και εκείνων του Δημοσίου. Τα επίσημα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η μέση σύνταξη των πρώτων είναι σημαντικά χαμηλότερη, δημιουργώντας δύο διαφορετικές ταχύτητες διαβίωσης. Πρόκειται για μία ανισότητα που ξεκινάει από την αγορά εργασίας και εκδηλώνεται πλήρως την ώρα της συνταξιοδότησης.
Βασική αιτία: Χαμηλότερη μισθολογική βάση
Ο θεμελιώδης λόγος για τη διαφορά εντοπίζεται στη βάση υπολογισμού: τον μισθό πάνω στον οποίο πληρώνονταν οι ασφαλιστικές εισφορές. Οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα είχαν, κατά μέσο όρο, χαμηλότερες αμοιβές καθ’ όλη τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου συγκριτικά με τους συναδέλφους τους στο Δημόσιο.
Δεδομένου ότι το ύψος της σύνταξης συνδέεται άμεσα με το σύνολο των εισφορών, η χαμηλότερη μισθολογική βάση οδηγεί αυτομάτως σε μικρότερο τελικό ποσό. Αυτό το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα ορατό σε περιοχές της Πελοποννήσου με εποχική απασχόληση, όπως ο τουρισμός και η γεωργία.
Ένας κρίσιμος παράγοντας που επιδεινώνει την κατάσταση για τους συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα είναι η ασυνέχεια στην ασφάλιση.
Ενώ στον δημόσιο τομέα η ασφάλιση ήταν, τις περισσότερες φορές, αδιάλειπτη και συνεχής, οι εργαζόμενοι σε ιδιωτικές επιχειρήσεις αντιμετώπισαν:
- Περιόδους ανεργίας ή εποχικότητας.
- Κενά μεταξύ αλλαγής εργοδότη.
- Εργασία σε μικρές επιχειρήσεις με πιο ευέλικτες (και ενίοτε ασταθείς) εργασιακές σχέσεις.
Αυτά τα «κενά» στα χρόνια ασφάλισης μειώνουν τον τελικό συντάξιμο χρόνο και, κατά συνέπεια, το ποσοστό αναπλήρωσης, μεγεθύνοντας την ψαλίδα των συντάξεων σε σχέση με τους δημοσίους υπαλλήλους. Η οικονομική αυτή ανισότητα, που εντοπίζεται στα επίσημα στοιχεία, απαιτεί τη συνεχή προσοχή του δημόσιου διαλόγου.








