Home design

.

https://www.outlet-one.gr/
ΓΟΡΓΩ ΑΡΓΕΙΤΟΥ

Η ήττα που έγινε Νίκη

Όπως κάθε χρόνο έτσι και την Άνοιξη τού 1820 οργανώθηκε ένας αγώνας πάλης που τον προκήρυξαν οι Αγάδες της Πυργέλλας και τ’Αναπλιού.

Το σκάμμα ετοιμάστηκε και γέμισε με άμμο. Ο νεαρός Έλληνας, αντιπρόσωπος του Αγά της Πυργέλλας που θα πάλευε με ένα θηρίο –  Τούρκο –  Αγαρηνό που ήταν αντιπρόσωπος του Αγά τ’ Αναπλιού, ήταν ο Διονυσάκης o Καχριμάνης. Ο Αγαρηνός ήταν πιο μεγάλος σε ηλικία αλλά  σωματώδης ενώ ο Διονυσάκης ήταν ένας λυγερόκορμος νέος, ένα άφοβο τσοπανόπουλο.

Όλοι συγκεντρώθηκαν το απόγευμα στο χαντάκι με την άμμο δίπλα στην πέτρινη γούρνα του χωριού. Ο αγώνας κράτησε αρκετή ώρα με τα σώματα να παλεύουν, να πέφτουν και να σηκώνονται, ανακατεμένα με ιδρώτα και άμμο.

Ο παπα – Δημήτρης παρακολουθούσε μαζί με τον κόσμο σκεφτικός και όλο αγωνία. Γνώριζε τον Διονυσάκη και την δύναμή του. Αυτόν και τα άλλα χωριατόπουλα, στο μισοσκόταδο της κρύπτης, τής τόσες φορές καμμένης και γκρεμισμένης  μετά την αποτυχημένη επανάσταση των Ελλήνων του 1770 (τα Ορλωφικά),  Αγιά Μονής Ναυπλίας, τα μάθαινε γράμματα.

Διαβάστε ακόμα

Διαβάζανε χαμηλόφωνα απ΄το «Ψαλτήρι»: «Ήρα τους οφθαλμούς μου εις τα όρη, όθεν ήξει η βοήθειά μου»  (σήκωσα τα μάτια μου προς τα βουνά, από εκεί θα έλθει η βοήθεια που περιμένουμε).

 Άλλοτε  τελούσε κρυφά στο νεκροταφείο τα μυστήρια της Αγίας Τράπεζας με παπαδάκι τον Διονυσάκη, πίσω απ’τα μνήματα ή σε άλλα σκοτεινά μέρη.    

 Στο χωριό δίπλα στη γούρνα που πάλευαν οι δύο άντρες, ο  Διονυσάκης, ευκίνητος καθώς ήταν χύμηξε επάνω στον δυσκίνητο Αγαρηνό, τον έσφιξε, κυλιστήκαν χάμω και τού’ δωσε το τελειωτικό χτύπημα. Ο Αγαρηνός ούρλιαξε απ’ τον πόνο και έπεσε στο έδαφος φτύνοντας δυό δόντια μαζί με αίμα στην άμμο.

Ο παπα – Δημήτρης ανησύχησε πολύ που νίκησε ο Διονυσάκης.

Ο Αγαρηνός μόλις σηκώθηκε έβγαζε καπνούς από το μίσος του που τον είχε νικήσει ο ταπεινός ραγιάς. Άναψε και κόρωσε! Ανάμεσα σε ανάθεμα και σε βρισιές άρχισε να απειλεί.  Κόκκινος από θυμό χτυπούσε τη γή με μανία. Παρ’ όλο που ο Διονυσάκης ήταν νικητής, παραλίγο να χάση τη ζωή του από τον οργισμένο Αγαρηνό που χύμηξε από πίσω απάνω του. Τον συγκράτησαν δυό τούρκοι στρατιώτες.

Βλέποντας αυτά οι δυό Αγάδες, μέσα στη ραθυμία τους αποφασίσανε να δεχτεί ο Διονυσάκης να τον ραβδίσει ο Αγαρηνός. Και αυτό για να μην ξεχνάει ο Γραικός πως και νικητής που ήτανε, δούλος ήτανε. Έτσι κι έγινε.

Πέρασε ένας χρόνος. Ήρθε η άνοιξη του 1821. Ο Διονυσάκης δούλευε στα γύρω χτήματα της  Αγιά Μονής, ένα ωραιότατο τοπίο με μαλακούς λόφους, οπορωφόρα δέντρα και  με την πηγή της Κανάθου, που  ο παπα- Δημήτρης, πρώην ιερομόναχος της Μονής Αγίας Αικατερίνης του Όρους Σινά και μυημένος Φιλικός, συχνά του εξήπτε τη φαντασία μιλώντας του γι’ αυτήν την πηγή της θεάς Ήρας, τής Θεάς τού Άργους στην Αρχαιότητα. Τα ματάκια του Διονυσάκη θαύμαζαν τη ζωή στην πατρίδα του σε μια  τόσο μακρινή Χρυσή Εποχή μεγαλείου, πριν αυτός ο πονεμένος τόπος σκλαβωθεί από τόσους και τόσους κατακτητές πριν  ακόμα κι’ απ’ τους Τούρκους.  

Θα γιορταζόταν το τέλος του Ραμαζανιού. Γιορτή χαράς και γεύμα για όλους. Ξανά οι Αγάδες συμφώνησαν να γίνει πάλη με τους ίδιους παλαιστές που είχε γίνει τον προηγούμενο χρόνο για να δουν κι όλας αν είχε μάθει το μάθημά του ο Γραικός.

Ο παπα – Δημήτρης συναντήθηκε με τον Διονυσάκη κοντά στην πηγή της Αγια- Μονής. Το νερό κυλούσε τραγουδιστά, ο κάμπος μπροστά απλωνόταν ολάνθιστος. Αυτήν την άνοιξη ο παπάς μίλησε στον  Διονυσάκη τρυφερά και με πολλή αγάπη: 

– Παιδί μου οι Χριστιανοί δεν μπορούν να ζήσουν στον τόπο τους μαζί με τους Τούρκους. Έχει έρθει η ώρα που περιμέναμε. Επειδή γνωρίζω ότι θα νικήσεις τον Αγαρηνό του Αγά και αυτοί είναι κακοί άνθρωποι, θα σε σκοτώσουν και θα μας δημιουργήσουν προβλήματα και στην οικογένειά σου και στο χωριό. Αύριο πάλεψε και χάσε. Όλος ο Μωριάς είναι ανάστατος! Δεν ωφελεί μια ακόμα νίκη δική σου. Μεγάλη Ώρα έρχεται και ο Αγώνας δύσκολος. Χάσε αυτή τη μάχη και θα κερδίσεις, θα κερδίσουμε όλοι μας, άλλη μεγαλύτερη!  

Σου δίνω αυτό το γράμμα. Φύλαξέ το στον κόρφο σου και θα το παραδώσεις στον Σταϊκόπουλο, στο Άργος. Περιμένει με άλλους αγωνιστές να μπούν στο Κάστρο στο Παλαμήδι να διώξουν τους Τούρκους. Η Μπουμπουλίνα έρχεται από την Ύδρα και θα τους βαρέσει απ’ την θάλασσα.  Θα φύγεις μετά τον αγώνα και πριν ξημερώσει. Άντε παιδί μου και ο Θεός των Ελλήνων μαζί σου!  

Ο Διονυσάκης κρύβει το γράμμα στο μέρος της καρδιάς.

Ο παπα-Δημήτρης τον αποχαιρέτησε λέγοντας:

 -Δεν θα χρειαστεί να ξαναπαλέψεις. Του χρόνου θα είμαστε ελεύθεροι!

Σημείωση: Το Διήγημα είναι αναδημοσίευση από την Εφημερίδα Δημοκρατία (Αρ.Τεύχ. 3034).

Ακολούθησε το anagnostis.org στο Google News

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Διαβάστε ακόμα

Back to top button