Το 1833 ιδρύθηκε στο Ναύπλιο Ελληνικό Σχολείο και Γυμνάσιο. Οκτώ χρόνια αργότερα, ένας κανονισμός μαθητικής συμπεριφοράς αποκαλύπτει μια λιγότερο γνωστή όψη της πόλης: μαθητές που ξέφευγαν από την τάξη, καθηγητές που τους αναζητούσαν στα καφενεία και ένα σχολείο που προσπαθούσε να βάλει κανόνες σε μια κοινωνία που μόλις μάθαινε να ζει μέσα στο νέο κράτος.
Μια πόλη που ακόμα μύριζε εξουσία
Το Ναύπλιο του 1841 δεν ήταν μια ήσυχη επαρχιακή πόλη με την έννοια που δίνουμε σήμερα στη λέξη. Κουβαλούσε ακόμη πάνω του το βάρος των πρώτων χρόνων του ελληνικού κράτους. Στα κτίρια, στις υπηρεσίες, στις στρατιωτικές παρουσίες, στις πλατείες και στα περάσματα της πόλης, ο κάτοικος έβλεπε γύρω του μια χώρα που προσπαθούσε να οργανωθεί.
Η πόλη είχε ζήσει κυβερνήτες, αντιβασιλείες, στρατιωτικούς, υπαλλήλους, πολιτικές εντάσεις. Τα φρούρια της κοίταζαν από ψηλά, οι δρόμοι της κρατούσαν την καθημερινή κίνηση, τα καφενεία της μάζευαν ειδήσεις, σχόλια, φήμες, κουβέντες. Σε μια τέτοια πόλη, ακόμη και το σχολείο δεν μπορούσε να μείνει απομονωμένο πίσω από την πόρτα της αίθουσας.
Το Γυμνάσιο Ναυπλίου ήταν ένας από τους χώρους όπου το νέο κράτος δοκίμαζε στην πράξη τις ιδέες του για την εκπαίδευση, την τάξη, την ευπρέπεια και τη διαμόρφωση των νέων ανθρώπων. Οι μαθητές δεν μάθαιναν μόνο αρχαία, λατινικά, γαλλικά ή μαθηματικά. Μάθαιναν πώς έπρεπε να στέκονται, πώς να μιλούν, πότε να ρωτούν, πού να πηγαίνουν, ποια μέρη να αποφεύγουν.
Μέσα σε αυτή την καθημερινότητα γεννήθηκαν οι μικρές ιστορίες που κρύβονται πίσω από τη φράση «εφέρθησαν ακόσμως».
Το παιδί με τα βιβλία και η πόλη με τους πειρασμούς
Ας φανταστούμε έναν μαθητή του Γυμνασίου Ναυπλίου γύρω στο 1841. Βγαίνει από το σπίτι, περνά από δρόμους όπου κυκλοφορούν έμποροι, υπάλληλοι, στρατιωτικοί, τεχνίτες, άνθρωποι που συζητούν τα νέα της ημέρας. Κρατά τα βιβλία του, ίσως βιάζεται, ίσως καθυστερεί επίτηδες. Κάπου παραπέρα υπάρχει το σχολείο. Κάπου αλλού υπάρχει το καφενείο.
Το σχολείο ζητά παρουσία, σιωπή, προσοχή, τάξη. Το καφενείο υπόσχεται κουβέντα, παρέα, κίνηση, περιέργεια. Για έναν έφηβο της εποχής, η απόσταση ανάμεσα στα δύο δεν μετριόταν μόνο σε βήματα. Ήταν η απόσταση ανάμεσα στον κανόνα και στον πειρασμό.
Η μαθητική ιδιότητα τον ακολουθούσε και μετά την έξοδο από την αίθουσα. Η απουσία μπορούσε να καταγραφεί. Η συμπεριφορά μπορούσε να συζητηθεί. Μια επίσκεψη σε χώρο που θεωρούνταν ακατάλληλος μπορούσε να φτάσει στον σύλλογο των καθηγητών. Ο μαθητής δεν είχε απέναντί του μόνο το μάθημα, αλλά και μια ολόκληρη αντίληψη για το πώς όφειλε να κυκλοφορεί μέσα στην πόλη.
Το Γυμνάσιο ως μικρή σκηνή του κράτους
Η αρχή έγινε το 1833. Με διάταγμα της Αντιβασιλείας ιδρύθηκε στο Ναύπλιο Ελληνικό Σχολείο και Γυμνάσιο. Το Ελληνικό Σχολείο θα λειτουργούσε με τρεις ή τέσσερις κλάσεις, ενώ το Γυμνάσιο θα είχε αρχικά τουλάχιστον δύο τάξεις. Οι απόφοιτοι του Ελληνικού Σχολείου μπορούσαν, μέσα από εξετάσεις, να περάσουν στο Γυμνάσιο και ύστερα στο Πανεπιστήμιο.
Πίσω από αυτές τις ψυχρές διατυπώσεις υπήρχε μια μεγάλη φιλοδοξία. Το κράτος ήθελε να φτιάξει εκπαιδευμένους νέους, ανθρώπους χρήσιμους στη διοίκηση, στην επιστήμη, στην κοινωνία. Το σχολείο γινόταν σκαλοπάτι κοινωνικής ανόδου και ταυτόχρονα εργαλείο πειθαρχίας.
Το 1836 ήρθε ο γενικός κανονισμός λειτουργίας των Ελληνικών Σχολείων και Γυμνασίων. Εκεί οριζόταν ότι ο δάσκαλος είχε ευθύνη για την πειθαρχία και την ευταξία της τάξης. Μπορούσε να συμβουλεύει, να επιβραβεύει, να κρατά μαθητές στο σχολείο ως ποινή, να ενημερώνει γονείς ή επιτρόπους, ακόμη και να ζητά πληροφορίες για τη διαγωγή των παιδιών έξω από την αίθουσα.
Η λογική της εποχής ήταν καθαρή: το σχολείο έπρεπε να μορφώσει, αλλά και να φρονιματίσει. Να δώσει γνώσεις, αλλά και συνήθειες. Να μάθει στον μαθητή να ρωτά, να υπακούει, να στέκεται όπως πρέπει.
Ο κανονισμός του 1841
Στις 29 Απριλίου 1841, το Γυμνάσιο Ναυπλίου αποκτά τον δικό του «Γενικό Κανονισμό των χρεών των μαθητών». Χρέη γυμνασιάρχη εκτελούσε τότε ο Αδόλφος Ανσέλμος. Ο κανονισμός δεν γράφτηκε για να γεμίσει ένα αρχείο. Προοριζόταν να ρυθμίσει τη ζωή των μαθητών μέσα και έξω από την τάξη.
Το άρθρο 109 του γενικού κανονισμού έδινε στον γυμνασιάρχη και στους καθηγητές τη δυνατότητα να φτιάχνουν κανόνες ανάλογα με τις ανάγκες των μαθητών και με τις συνθήκες του τόπου. Στην περίπτωση του Ναυπλίου, ο «τόπος» είχε ιδιαίτερη σημασία. Η πόλη είχε δημόσια ζωή, χώρους συναναστροφής, καφενεία, πλατείες, δρόμους όπου οι μαθητές μπορούσαν εύκολα να βρεθούν μακριά από την επιτήρηση της τάξης.
Ο κανονισμός έβαζε όρια. Ρύθμιζε τη συμπεριφορά στο σχολείο, αλλά ενδιαφερόταν και για τη διαγωγή έξω από αυτό. Μαθητής που καταδικαζόταν για παράβαση νόμου μπορούσε να αποβληθεί. Η διαγωγή δεν αντιμετωπιζόταν ως ιδιωτική υπόθεση. Αφορούσε το σχολείο, την οικογένεια, την πόλη.
Η απορία, η ευπρέπεια και η αταξία
Ο κανονισμός του 1841 έχει και μια ενδιαφέρουσα λεπτή πλευρά. Ο Γεώργιος Δεμοίρος, στην «Ιστορία του Γυμνασίου Ναυπλίου», τον χαρακτήρισε «μνημειώδη» ως προς τα νοήματα και την έκφρασή του. Στάθηκε μάλιστα σε μια διάταξη που προέτρεπε τους μαθητές να υποβάλλουν «ευσχημόνως» ερωτήσεις, όταν είχαν απορία σχετική με το μάθημα.
Η λέξη «ευσχημόνως» αξίζει να κρατηθεί. Ο μαθητής μπορούσε να ρωτήσει. Έπρεπε όμως να ρωτήσει με τρόπο. Η απορία είχε θέση στην τάξη, αρκεί να μην απειλεί την ευταξία της. Το σχολείο ζητούσε συμμετοχή, αλλά μέσα σε αυστηρό πλαίσιο συμπεριφοράς.
Μέσα σε αυτή τη μικρή πρόβλεψη φαίνεται όλη η ισορροπία της εποχής. Η εκπαίδευση ήθελε σκέψη, αλλά φοβόταν την αταξία. Ήθελε μαθητές με γνώση, αλλά και με πειθαρχημένο σώμα, πειθαρχημένη φωνή, πειθαρχημένη παρουσία.
Τα καφενεία ως απαγορευμένη σκηνή
Το πιο ζωντανό μέρος αυτής της ιστορίας βρίσκεται έξω από το σχολείο. Στη μελέτη του Τάσου Χατζηαναστασίου, με τίτλο «Ἐφέρθησαν ἀκόσμως», αναφέρεται ότι οι καθηγητές του Γυμνασίου έκαναν εφόδους στα καφενεία της πόλης, για να εντοπίσουν μαθητές που παραβίαζαν την απαγόρευση και σύχναζαν εκεί ακόμη και σε ώρες λειτουργίας του σχολείου.
Η σκηνή μοιάζει να έχει βγει από παλιό χρονογράφημα. Ο καθηγητής αφήνει την έδρα, βγαίνει στον δρόμο, περνά ανάμεσα σε πλατείες και καφενεία, αναζητά πρόσωπα νεαρών που θα έπρεπε να βρίσκονται στην τάξη. Οι μαθητές, από τη δική τους πλευρά, γνωρίζουν ότι παραβιάζουν κανόνα. Ίσως γελούν, ίσως κρύβονται, ίσως παριστάνουν ότι βρέθηκαν εκεί τυχαία.
Το καφενείο είχε για την εποχή του ρόλο πολύ μεγαλύτερο από έναν χώρο όπου πίνει κανείς καφέ. Ήταν τόπος κουβέντας, ειδήσεων, πολιτικής, ανδρικής κοινωνικότητας, δημόσιας παρουσίας. Για τον μαθητή του Γυμνασίου, αυτή η παρουσία μπορούσε να θεωρηθεί πρόωρη, απρεπής, επικίνδυνη για τη διαγωγή του.
Η απαγόρευση έδειχνε φόβο. Φόβο μήπως ο μαθητής ξεφύγει από το πρόγραμμα, από τη γλώσσα του σχολείου, από την επιτήρηση των καθηγητών. Το καφενείο, με τον θόρυβο και τη ζωντάνια του, τραβούσε τον νέο μακριά από την τάξη. Το σχολείο προσπαθούσε να τον ξαναφέρει πίσω.
Οι «Τρεις Σωματοφύλακες» και το κοινό σκάνδαλο
Ένα μεταγενέστερο επεισόδιο, που σώζεται στη μελέτη, δίνει ακόμη πιο έντονα την ατμόσφαιρα. Ο καθηγητής Γαλλικών Παύλος Σφόσκης, συνοδευόμενος από κλητήρα, επιχείρησε να ελέγξει μαθητές στο καφενείο των «Τριών Σωματοφυλάκων». Οι μαθητές κατηγορήθηκαν ότι μπήκαν σε χώρους απαγορευμένους για μαθητές και προκάλεσαν «κοινόν σκάνδαλον».
Η φράση έχει σχεδόν θεατρικό βάρος. «Κοινόν σκάνδαλον». Σήμερα μπορεί να φαίνεται υπερβολική για μια μαθητική παρουσία σε καφενείο. Στην εποχή της όμως φανερώνει τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία έβλεπε τη δημόσια συμπεριφορά του μαθητή. Το παιδί του Γυμνασίου εκπροσωπούσε το σχολείο, την οικογένεια, την τάξη που το περιέβαλλε.
Ο καθηγητής δεν εμφανίζεται μόνο ως διδάσκων. Παίρνει ρόλο επιτηρητή της ηθικής συμπεριφοράς. Ο κλητήρας δίπλα του δίνει στην εικόνα σχεδόν διοικητικό χαρακτήρα. Το καφενείο μετατρέπεται για λίγη ώρα σε προέκταση του σχολείου. Η πόλη γίνεται αίθουσα χωρίς θρανία.
Ραπίσματα και δημόσιες συγγνώμες
Τα τεκμήρια δείχνουν και πιο σκληρές πλευρές. Ο ίδιος καθηγητής, ο Παύλος Σφόσκης, συνδέεται με επεισόδιο όπου ο μαθητής Παπαγιαννόπουλος τιμωρήθηκε έπειτα από σύγκρουση μαζί του. Ο σύλλογος των καθηγητών δεν προχώρησε τελικά σε πλήρη αποβολή. Έλαβε υπόψη και τα προηγηθέντα ραπίσματα και αποφάσισε να ζητήσει ο μαθητής δημόσια συγγνώμη.
Η δημόσια συγγνώμη είχε τη δική της λειτουργία. Ο μαθητής δεν τιμωρούνταν μόνο για να πονέσει ή να φοβηθεί. Έπρεπε να αποκαταστήσει την τάξη που διασαλεύτηκε. Να φανεί μπροστά στους άλλους ότι αναγνωρίζει το σφάλμα. Να επιστρέψει στην κανονικότητα μέσα από μια μικρή τελετουργία υποταγής.
Η εικόνα δεν χρειάζεται εξωραϊσμό. Το σχολείο του 19ου αιώνα είχε αυστηρότητα, σωματικές ποινές, προσβολές, φόβο. Είχε όμως και πρακτικά, συζητήσεις, αποφάσεις, περιπτώσεις όπου οι καθηγητές υπολόγιζαν περιστάσεις και δεν έφταναν πάντοτε στην έσχατη ποινή.
Μια κρίση που έφτασε ψηλά
Τα προβλήματα του Γυμνασίου Ναυπλίου απασχόλησαν και την κεντρική διοίκηση. Στη μελέτη αναφέρεται ότι σχεδόν ολόκληρος φάκελος του Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως αφορά κρίση στο σχολείο. Εκθέσεις της Εφορίας περιέγραφαν με δραματικό τόνο την κατάσταση, ενώ υπάρχει και αναφορά προς το Υπουργείο στις 30 Ιουλίου 1839.
Το στοιχείο έχει ξεχωριστή σημασία για την εικόνα της εποχής. Μια σχολική αναστάτωση στο Ναύπλιο μπορούσε να γίνει υπουργική υπόθεση. Οι απουσίες, οι εντάσεις, οι παραβάσεις και οι συγκρούσεις περνούσαν στα χαρτιά της διοίκησης. Τα παιδιά, χωρίς να το ξέρουν, άφηναν πίσω τους ίχνη στα αρχεία του κράτους.
Αυτά τα ίχνη διαβάζουμε σήμερα. Όχι τη φωνή τους όπως θα την ακούγαμε στο καφενείο ή στην αυλή, αλλά τη σκιά της συμπεριφοράς τους όπως καταγράφηκε από καθηγητές, εφόρους και υπαλλήλους. Το αρχείο σώζει τη γλώσσα της εξουσίας. Αν το κοιτάξει κανείς προσεκτικά, βλέπει να περνούν από μέσα του και οι μαθητές.
Οι μαθητές πίσω από τα πρακτικά
Τα πρακτικά του Γυμνασίου κράτησαν κυρίως τη φωνή των καθηγητών. Εκείνοι κατέγραφαν τις απουσίες, τις παραβάσεις, τις τιμωρίες και τις συγγνώμες. Οι μαθητές εμφανίζονται μέσα από τις λέξεις των ενηλίκων: «απείθαρχοι», «άτακτοι», «ακόσμως φερόμενοι». Η δική τους εκδοχή σπάνια περνά καθαρά στο χαρτί.
Μένουν όμως τα ίχνη τους. Η απουσία από το μάθημα. Η βόλτα στο καφενείο. Η αντίδραση στον καθηγητή. Η επιμονή να κινηθούν μέσα στην πόλη έξω από το αυστηρό πρόγραμμα του σχολείου. Μέσα από αυτές τις μικρές πράξεις ακούγεται κάτι από τη νεανική τους φωνή, έστω παραμορφωμένο από τη γλώσσα της πειθαρχίας.
Το Ναύπλιο του 1841 εμφανίζεται έτσι πιο ανθρώπινο. Δίπλα στα φρούρια, στα δημόσια κτίρια και στους θεσμούς του νέου κράτους υπήρχαν παιδιά που μεγάλωναν, αμφισβητούσαν, φοβούνταν, δοκίμαζαν τα όρια και πλήρωναν το τίμημα. Υπήρχαν επίσης γονείς που μπορούσαν να ζητήσουν επανεξέταση μιας ποινής, καθηγητές που συζητούσαν πριν αποφασίσουν και μαθητές που, μέσα σε ένα αυστηρό πλαίσιο, διατηρούσαν το δικαίωμα να ρωτήσουν.
Σχεδόν δύο αιώνες αργότερα, τα σχολικά κατάστιχα θυμίζουν ότι κάθε κανονισμός αφορά πραγματικούς ανθρώπους. Η πειθαρχία, η τιμωρία και η εξουσία αποκτούν διαφορετικό βάρος όταν διαβάζονται από τη θέση εκείνου που τις δέχεται. Πίσω από τη φράση «εφέρθησαν ακόσμως» βρίσκονται νέοι άνθρωποι που προσπάθησαν να κερδίσουν λίγο χώρο για τη δική τους περιέργεια, την παρέα και την ελευθερία τους.
Οι καθηγητές έγραψαν τα πρακτικά. Οι μαθητές άφησαν τις πράξεις τους. Η ιστορία χρειάζεται και τα δύο για να ακουστεί ολόκληρη.
Πηγές
Το κείμενο βασίζεται στο ΦΕΚ του 1833 για τη σύσταση Ελληνικού Σχολείου και Γυμνασίου στο Ναύπλιο, στο ΦΕΚ του 1836 για τον κανονισμό λειτουργίας των Ελληνικών Σχολείων και Γυμνασίων και στη μελέτη του Τάσου Χατζηαναστασίου «Ἐφέρθησαν ἀκόσμως: Παραβατικότητα και πειθαρχικές ποινές στο Γυμνάσιο Ναυπλίου κατά την οθωνική περίοδο (1833-1862)».











