Ο 20χρονος του Άργους πέθανε το βράδυ του Σαββάτου, στο ΚΑΤ, ύστερα από τέσσερις μέρες μάχης που δεν μπορούσε να κερδίσει. Είχε αυτισμό. Είχε αναπηρία 89%. Και είχε πάρει το αυτοκίνητο για να πάει να κάνει μπάνιο, μια ζεστή νύχτα Ιουλίου, χωρίς δίπλωμα πάνω του. Αυτό ήταν το σύνολο της «απειλής» που αντιμετώπισε η Ελληνική Αστυνομία στην Πυργέλλα Αργολίδας. Δύο άνδρες της ΟΠΚΕ τον καταδίωξαν, τον ακινητοποίησαν, τον κυνήγησαν πεζό μέχρι έναν μαντρότοιχο, και άδειασαν, σύμφωνα με τα ίχνη που εντοπίστηκαν, δεκατρείς σφαίρες.
Δεν γράφω αυτό το κείμενο για να κρίνω δικαστικά τους δύο αστυνομικούς. Αυτό θα το κάνει η Δικαιοσύνη, και το κατηγορητήριο ήδη αναβαθμίζεται από απόπειρα σε ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο. Γράφω για κάτι που δεν χρειάζεται πραγματογνωμοσύνη για να το καταλάβει κανείς: Πώς φτάνει ένα κράτος να παράγει, ξανά και ξανά, το ίδιο τραγικό μοτίβο. Νεαρός φοβάται. Νεαρός δεν σταματάει. Αστυνομικός πυροβολεί. Νεαρός πεθαίνει. Και μετά, πάντα, η ίδια φράση απολογίας: «προειδοποιητικές βολές».
Το χρονικό μιας νύχτας που δεν έπρεπε να τελειώσει έτσι
Το περιστατικό ξεκίνησε γύρω στις 2:30 τα ξημερώματα της Τετάρτης 8 Ιουλίου, όταν ο 20χρονος δεν σταμάτησε σε μπλόκο της αστυνομίας έξω από την Πυργέλλα. Η μητέρα του εξήγησε αργότερα ότι ο γιος της δεν έχει φίλους, δυσκολεύεται στην επικοινωνία, και είχε βγει από το σπίτι χωρίς να το ξέρει εκείνη, μόνο και μόνο για να δροσιστεί. Το δίπλωμα το είχε αφήσει στο σπίτι. Αυτό, λέει η οικογένεια, ήταν αρκετό για να τον πανικοβάλει όταν οι αστυνομικοί του έκαναν σήμα.
Η επίσημη εκδοχή της ΕΛ.ΑΣ. μιλάει για επικίνδυνη οδηγική συμπεριφορά, για προσπάθειες εμβολισμού περιπολικών και αστυνομικών. Οι δύο κατηγορούμενοι υποστήριξαν στην απολογία τους στο Ναύπλιο ότι βρίσκονταν σε διαφορετικό επίπεδο εδάφους από τον νεαρό, ότι έτρεχαν και οι δύο πλευρές, και ότι οι βολές τους ήταν αποκλειστικά προειδοποιητικές, με στόχο τον εκφοβισμό και όχι τον τραυματισμό. Μία σφαίρα, ισχυρίστηκαν, εξοστρακίστηκε και βρήκε τον νεαρό.
Αυτή η εξήγηση δεν στέκει μπροστά στα ευρήματα. Στο σημείο εντοπίστηκαν 13 κάλυκες. Ο νεαρός δέχθηκε, σύμφωνα με δημοσιεύματα που επικαλούνται στοιχεία της έρευνας, χτύπημα στο κεφάλι. Δεν φαίνεται πειστικό να εξοστρακίζεται η σφαίρα και να καταλήγει στο κεφάλι ενός ανθρώπου που έτρεχε. Η βαλλιστική εξέταση θα κρίνει τις τεχνικές λεπτομέρειες, την απόσταση, τη γωνία, το ποιο όπλο έριξε ποια σφαίρα. Αλλά η κοινή λογική δεν χρειάζεται εργαστήριο για να καταλάβει πού πάει μια πρόταση που ξεκινάει με «προειδοποιητικές βολές» και καταλήγει στο τρύπημα του κρανίου ενός παιδιού με αναπηρία.
Η γλώσσα της δικαιολογίας
Υπάρχει ένα μοτίβο στην ελληνική αστυνομική βία που επαναλαμβάνεται με κουραστική ακρίβεια. Πρώτα η επίσημη εκδοχή που παρουσιάζει το θύμα ως απειλή. Μετά η αμφισβήτηση των αυτοπτών μαρτύρων, όπως έγινε και το 2008 όταν η αστυνομία μίλησε για «μαζική επίθεση αναρχικών» στην υπόθεση Γρηγορόπουλου, μια εκδοχή που η ιατροδικαστική έρευνα κατέρριψε. Μετά η γλώσσα του «εκφοβισμού» και της «αυτοάμυνας». Και στο τέλος, συχνά, η αθώωση ή η ελαφρά ποινή, ενώ το θύμα έχει ήδη θαφτεί.
Στην υπόθεση του Ζακ Κωστόπουλου το 2018, οι τέσσερις αστυνομικοί της ΔΙΑΣ που τον ακινητοποίησαν με βία ενώ ήταν ήδη αιμόφυρτος και ετοιμοθάνατος αθωώθηκαν σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, παρότι το βίντεο που κυκλοφόρησε δείχνει χτυπήματα σε άνθρωπο πεσμένο στο έδαφος. Στην υπόθεση Γρηγορόπουλου το 2008, ο δράστης, Επαμεινώνδας Κορκονέας, καταδικάστηκε μεν σε ισόβια, αλλά χρειάστηκε ένα ξέσπασμα οργής χωρίς προηγούμενο, τα Δεκεμβριανά, για να μη θαφτεί η υπόθεση στα γρανάζια μιας ΕΔΕ.
Το θέμα δεν είναι μόνο η βία. Είναι η θεσμική άρνηση να αναγνωριστεί ότι το πρόβλημα είναι δομικό. Το ίδιο το σωματείο των αστυνομικών, μέσω του τομεάρχη της ΕΛ.ΑΣ. Μαρίνου Σκανδάμη, μίλησε αυτή τη φορά ανοιχτά για «κουλτούρα χρήσης όπλων» που καλλιεργεί το ίδιο το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, οδηγώντας αστυνομικούς σε «υποχώρηση του επαγγελματισμού τους» και σε «αυθαίρετη και ανεξέλεγκτη δράση με απάνθρωπα αποτελέσματα». Όταν η ίδια η βάση του σώματος μιλάει έτσι, δεν πρόκειται για ρητορική της αντιπολίτευσης. Πρόκειται για ομολογία.
Εκπαίδευση στα χαρτιά, αυθαιρεσία στον δρόμο
Επισήμως, η εκπαίδευση στη χρήση όπλων στην Ελληνική Αστυνομία βασίζεται σε «κλιμακούμενους κανόνες εμπλοκής» και στην αρχή της αναλογικότητας. Στην πράξη, οι κανόνες αυτοί παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ασαφείς, κατακερματισμένοι σε εγκυκλίους και πρακτικές ασκήσεις λίγων ημερών, χωρίς ενιαίο, δημόσια ελεγκτό πρωτόκολλο που να λέει με σαφήνεια πότε επιτρέπεται πραγματικά η χρήση όπλου εναντίον ενός οδηγού που δεν σταματάει σε μπλόκο. Η ίδια η αστυνομική ένωση έχει ζητήσει επανειλημμένα, μέσα από τον Τύπο την θέσπιση σαφών κανόνων εμπλοκής ακριβώς επειδή η απουσία τους αφήνει τον αστυνομικό να αποφασίζει μόνος του, υπό πίεση, τι είναι «προειδοποιητικό» και τι είναι θανατηφόρο.
Ο έλεγχος των περιστατικών γίνεται, θεωρητικά, σε τρία επίπεδα: Εσωτερικές διοικητικές εξετάσεις, εισαγγελικές αρχές, και τον Συνήγορο του Πολίτη ως Εθνικό Μηχανισμό Διερεύνησης Περιστατικών Αυθαιρεσίας. Τρία επίπεδα ελέγχου δεν εμπόδισαν ποτέ κανένα από τα προηγούμενα περιστατικά. Δεν υπάρχει λόγος να πιστέψουμε ότι θα λειτουργήσουν διαφορετικά τώρα, αν δεν αλλάξει κάτι πιο βαθύ.
Το παιδί που δεν ήταν «ύποπτος»
Υπάρχει μια ακόμη διάσταση σε αυτή την υπόθεση που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στη νομική ορολογία περί «ενδεχόμενου δόλου» και «εξοστρακισμού». Ο 20χρονος με τα μέχρι στιγμής στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας δεν ήταν διακινητής, δεν ήταν οπλισμένος εγκληματίας, δεν είχε ιστορικό βίας. Ήταν ένα παιδί με διαταραχή αυτιστικού φάσματος, με τεκμηριωμένη αναπηρία 89%, που κατά τη μητέρα του φοβόταν την αστυνομία. Το αεροβόλο πιστόλι που βρέθηκε στο αυτοκίνητό του δεν φαίνεται να δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ εναντίον κανενός, και δεν αλλάζει τα δεδομένα μιας καταδίωξης που ξεκίνησε από μια απλή άρνηση να σταματήσει σε μπλόκο.
Αν οι δύο αστυνομικοί δεν γνώριζαν την κατάσταση του νεαρού, αυτό δεν τους απαλλάσσει. Αντίθετα, δείχνει ακριβώς το πρόβλημα: Μια αστυνομία εκπαιδευμένη να αντιμετωπίζει κάθε άρνηση συμμόρφωσης ως δυνητική απειλή θανάτου, χωρίς περιθώριο αποκλιμάκωσης, χωρίς πρωτόκολλο αναγνώρισης κρίσης, χωρίς τον χρόνο ή την εκπαίδευση να διακρίνει έναν πανικόβλητο νεαρό από έναν πραγματικά επικίνδυνο δράστη. Δεν χρειάζεται κανείς ειδική ευαισθησία για να δει το πρόβλημα. Χρειάζεται απλά να αναρωτηθεί: Πόσοι νέοι άνθρωποι, με ή χωρίς αναπηρία, πανικοβάλλονται σε αστυνομικό μπλόκο τη νύχτα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αξίζουν να πεθάνουν γι’ αυτό;
Πολιτικές αντιδράσεις και η ευθύνη που δεν περιμένει
Το ΠΑΣΟΚ, μέσω ανακοίνωσής του, ζήτησε πλήρη διερεύνηση, διαφάνεια και απόδοση ευθυνών «σε όλα τα επίπεδα», σημειώνοντας ότι «η πολιτική ευθύνη δεν μπορεί να περιμένει την έκδοση μιας δικαστικής απόφασης» και ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να συνεχίσει να αντιμετωπίζει κάθε τέτοιο περιστατικό ως μια «κακιά στιγμή».
Είναι μια εύλογη παρατήρηση, ανεξάρτητα από το πολιτικό της σημείο εκκίνησης: Η δικαιοσύνη θα κρίνει τους δύο άνδρες. Η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη οφείλει να απαντήσει για το σύστημα εκπαίδευσης, τα πρωτόκολλα χρήσης όπλων, και το γιατί ειδικές δυνάμεις όπως η ΟΠΚΕ, εκπαιδευμένες κατά κανόνα για αντιτρομοκρατικές και υψηλού κινδύνου επιχειρήσεις, καταλήγουν να χειρίζονται περιστατικά τροχαίας ανυπακοής με τον ίδιο βαθμό θανατηφόρας βίας.
Δεν αρκεί η προφυλάκιση δύο ανδρών για να κλείσει αυτή η υπόθεση. Χρειάζεται μια ειλικρινής, δημόσια συζήτηση για το πώς εκπαιδεύεται σήμερα η Ελληνική Αστυνομία στη διαχείριση κρίσης, στην αποκλιμάκωση, στην αναγνώριση ευάλωτων ατόμων. Χρειάζεται σαφή, δημόσια, νομοθετικά κατοχυρωμένα πρωτόκολλα χρήσης όπλων, όχι γενικές αναφορές σε «αναλογικότητα» που ερμηνεύονται διαφορετικά κάθε φορά που χύνεται αίμα. Και χρειάζεται πάνω απ’ όλα η αναγνώριση ότι το περιστατικό στο Άργος δεν είναι μεμονωμένο συμβάν. Είναι ο τελευταίος κρίκος σε μια αλυσίδα που ξεκινά από τον Γρηγορόπουλο, περνάει από τον Κωστόπουλο, και δεν σταματά, όσο δεν αλλάζει η δομή που την παράγει.
Η βαλλιστική και ιατροδικαστική έρευνα συνεχίζεται, με στόχο να προσδιοριστεί ποια σφαίρα προήλθε από ποιο όπλο και υπό ποιες συνθήκες βρήκε τον 20χρονο. Το κατηγορητήριο, όπως όλα δείχνουν, αναβαθμίζεται πλέον σε ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο μετά τον θάνατο του νεαρού. Παράλληλα με την ποινική διαδικασία τρέχει και η Ένορκη Διοικητική Εξέταση της ΕΛ.ΑΣ. Η οικογένεια, μέσω της δικηγόρου της, έχει ήδη διαφοροποιηθεί από την εκδοχή περί όπλου και επιθετικότητας, μιλώντας για ένα παιδί με «ελαφρά διανοητική αναπηρία» που δεν έφερε κανένα όπλο μαζί του.
Η δικαιοσύνη θα μιλήσει τελικά για την ποινική ευθύνη των δύο ανδρών. Η κοινωνία, όμως, δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει μια δικαστική απόφαση για να αναρωτηθεί γιατί, σχεδόν κάθε χρόνο, κάποιο νέο όνομα προστίθεται στον ίδιο κατάλογο.











