Δεν ήταν παράσταση με τη συνηθισμένη έννοια. Τα μεσάνυχτα, στον αρχαιολογικό χώρο της Επιδαύρου, δεκάδες θεατές δεν κάθισαν από την πρώτη στιγμή στις κερκίδες. Ακολούθησαν. Περπάτησαν στο σκοτάδι, πίσω από μια γυναικεία μορφή που τους υποδέχτηκε από την είσοδο και τους οδήγησε μέσα στο χώρο. Εκεί ξεκινούσε η «Άλκηστις».
Ο συνθέτης Δημήτρης Καμαρωτός δεν ανέβασε την «Άλκηστη» του Ευριπίδη. Την ξαναέγραψε ως υποφωτισμένο μονόλογο, όπου η ηρωίδα δεν μιλά για τη θυσία της. Τη βιώνει ξανά, μπροστά σου. Η Κωνσταντία Τάκαλου ερμηνεύει με φωνή που γεμίζει τον χώρο χωρίς να τον βιάζει. Στο πλευρό της, ένα κουιντέτο εγχόρδων, φυσικοί και ηλεκτρονικοί ήχοι που καταλαμβάνουν τις σιωπές ανάμεσα στις λέξεις.


Το κοινό στεκόταν μπροστά στις αρχαίες κερκίδες. Πίσω τους, ζωντανοί κίονες φωτισμένοι από κάτω. Γύρω, ό,τι συνήθως μένει αθέατο σε μια παράσταση. Οι θρόισκοι, το ψύχος της νύχτας, η σκιά των πεύκων.
Αυτό που έκανε τη βραδιά διαφορετική δεν ήταν μόνο η ώρα. Ήταν το ότι ο αρχαιολογικός χώρος λειτούργησε σαν δεύτερος πρωταγωνιστής. Οι πέτρες, οι σκιές, η νύχτα δεν ήταν φόντο. Ήταν δραματουργικό υλικό, ένας άτυπος Χορός που δεν μιλούσε αλλά απαντούσε.
Η παράσταση διήρκεσε 90 λεπτά. Δεν αποκαλύπτουμε τη ροή της. Θα ήταν αδικία. Αρκεί να πούμε ότι δεν τελειώνει όταν σταματά η ηθοποιός.


Πρώτη φορά στο Αρχαίο Στάδιο
Το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου άνοιξε φέτος για πρώτη φορά το Αρχαίο Στάδιο Επιδαύρου σε νυχτερινό κοινό. Η επιλογή του χώρου δεν ήταν τυχαία. Το Στάδιο, σε αντίθεση με το Αρχαίο Θέατρο, επιτρέπει μια εγγύτητα και μια ακατέργαστη συνθήκη που η παράσταση εκμεταλλεύτηκε πλήρως.
Η «(Άλκηστις) Τοπίο μετά την Υπόσχεση» δεν απευθύνεται σε όλους. Απευθύνεται σε όποιον είναι έτοιμος να περπατήσει λίγο στο σκοτάδι.











