Υπάρχουν τραγούδια που δεν ακούγονται μόνο αλλά βιώνονται. Που δεν λειτουργούν ως απλό καλλιτεχνικό γεγονός αλλά ως ψυχικό άγγιγμα, ως αναμέτρηση με βαθιά και αρχέγονα συναισθήματα. Το «Μαμά, γερνάω» της Λίνας Νικολακοπούλου είναι ένα τέτοιο τραγούδι. Με αφορμή τη Γιορτή της Μητέρας, οι στίχοι του αποκτούν μια ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς φέρνουν στην επιφάνεια τον πιο πρωταρχικό ανθρώπινο δεσμό: τη σχέση μητέρας και παιδιού.
Η μητέρα, στην ψυχαναλυτική σκέψη, δεν είναι απλώς ένα πρόσωπο. Είναι ο πρώτος κόσμος. Είναι το πρώτο βλέμμα μέσα στο οποίο το βρέφος αναγνωρίζει την ύπαρξή του. Ο Donald Winnicott περιέγραψε την «αρκετά καλή μητέρα» ως εκείνη που προσφέρει στο παιδί έναν προστατευμένο ψυχικό χώρο ώστε να μπορέσει να αναπτυχθεί το αίσθημα του εαυτού. Μέσα από αυτή τη σχέση συγκρότησης του Εγώ, το παιδί μαθαίνει να υπάρχει, να επιθυμεί, να αντέχει την απουσία.
Στους στίχους της Νικολακοπούλου, η επιστροφή στη μητέρα δεν είναι μια κυριολεκτική επιστροφή στο σπίτι. Είναι μια παλινδρόμηση στον πρωταρχικό τόπο ασφάλειας:
«Τα ρούχα που δεν έμαθα να πλένω
τα βάζω στη σακούλα και σ’ τα φέρνω.»
Η φράση αυτή μοιάζει σχεδόν αθώα, καθημερινή. Κι όμως, ψυχοδυναμικά εμπεριέχει μια βαθιά εξάρτηση. Το ενήλικο παιδί, παρά την ηλικία και τη φαινομενική αυτονομία του, επιστρέφει στη μητέρα ως φορέα φροντίδας. Το «δεν έμαθα» δεν αφορά μόνο μια πρακτική δεξιότητα. Αφορά τη δυσκολία αποχωρισμού από το μητρικό αντικείμενο. Η μητέρα συνεχίζει να λειτουργεί ως ψυχικό καταφύγιο απέναντι στην αγωνία της ενηλικίωσης.
Και ύστερα έρχεται ο στίχος που λειτουργεί σχεδόν σαν κραυγή του ασυνειδήτου:
«Μαμά, πεινάω
μαμά, φοβάμαι
μαμά, γερνάω.»
Εδώ η γλώσσα γίνεται παιδική, πρωτογενής, σχεδόν προλεκτική. Η πείνα δεν αφορά μόνο το σώμα. Είναι η πείνα για αγάπη, για επιβεβαίωση, για συναισθηματική περιεκτικότητα. Ο φόβος δεν αφορά μόνο τον έξω κόσμο αλλά τον φόβο εγκατάλειψης, τον τρόμο της μοναξιάς και της απώλειας του αγαπημένου αντικειμένου. Και το «γερνάω» λειτουργεί ως η πιο τραγική παραδοχή: το παιδί αντιλαμβάνεται πλέον τη θνητότητα – τη δική του και της μητέρας του.
Η ψυχαναλύτρια Melanie Klein περιέγραψε πώς το παιδί κουβαλά εσωτερικά τη μορφή της μητέρας ως «εσωτερικευμένο αντικείμενο». Ακόμη κι όταν η μητέρα απουσιάζει, η φωνή της, οι φόβοι της, οι προσδοκίες της, συνεχίζουν να κατοικούν μέσα στο ψυχικό τοπίο του παιδιού. Αυτό ακριβώς αποτυπώνεται συγκλονιστικά στον στίχο:
«Και τρέμω να ’μαι αυτό που χρόνια ανησυχείς:
ωραία, νέα κι ατυχής.»
Εδώ εμφανίζεται η διαγενεακή μεταβίβαση του γυναικείου άγχους. Η κόρη δεν φοβάται μόνο για τον εαυτό της αλλά φοβάται να επαληθεύσει τον φόβο της μητέρας της. Μέσα σε μία μόνο φράση συμπυκνώνονται κοινωνικές επιταγές γύρω από τη γυναικεία ταυτότητα: να είναι όμορφη, νέα, επιθυμητή – αλλά και διαρκώς εκτεθειμένη στην εγκατάλειψη, στην αποτυχία, στην απώλεια της αγάπης.
Η μητέρα εδώ δεν παρουσιάζεται ως καταπιεστική φιγούρα. Παρουσιάζεται ως γυναίκα που μεταβίβασε άθελα της τις αγωνίες της στο παιδί της. Η κόρη κουβαλά το άγχος της μητέρας σαν ψυχικό κληροδότημα. Κι αυτή είναι μία από τις πιο λεπτές και τραγικές μορφές αγάπης: όταν αγαπάς κάποιον τόσο πολύ, ώστε να του μεταδώσεις και τους φόβους σου.
Το τραγούδι αποκτά έτσι μια οικουμενική διάσταση. Δεν αφορά μόνο μια βιολογική μητέρα. Αφορά την εσωτερική μητέρα που όλοι κουβαλάμε μέσα μας. Εκείνη τη φωνή που συνεχίζει να μας ρωτά αν φάγαμε, αν κουραστήκαμε, αν είμαστε καλά. Εκείνη τη φωνή που παραμένει ζωντανή ακόμη και όταν η φυσική παρουσία έχει απομακρυνθεί.
Η ωριμότητα, τελικά, δεν έρχεται όταν παύουμε να χρειαζόμαστε τη μητέρα. Έρχεται όταν μπορούμε να την κουβαλάμε μέσα μας χωρίς να καταρρέουμε από την απουσία της. Όταν η εξωτερική μητέρα μετατρέπεται σε εσωτερικό ψυχικό στήριγμα.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η βαθύτερη συγκίνηση του τραγουδιού της Λίνας Νικολακοπούλου: στη στιγμή που το παιδί συνειδητοποιεί πως μεγαλώνοντας γίνεται, ασυνείδητα «σαν διαδοχή που τον τρομάζει» , λίγο σαν τη μητέρα του. Μαθαίνει να φροντίζει, να συγχωρεί, να αντέχει. Να αγαπά παρά τον φόβο της απώλειας.
Η μάνα τότε παύει να είναι μόνο «ομπρέλα». Γίνεται ουρανός. Όχι γιατί εξαφανίζεται, αλλά γιατί υπάρχει παντού.
Γιάννης Σαρηγιάννης
Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοδυναμικός Ψυχοθεραπευτής, BSc, MSc
Σκηνοθέτης, MA Θεατρικών Σπουδών
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
Donald Winnicott
- Winnicott, D. W. (1976). Το παιδί, η οικογένεια και ο εξωτερικός κόσμος. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη.
- Winnicott, D. W. (2003/2023). Διαδικασίες ωρίμανσης και διευκολυντικό περιβάλλον: Μελέτες για τη θεωρία της συναισθηματικής ανάπτυξης. Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.
- Winnicott, D. W. (1996). Μωρά και μητέρες. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
- Winnicott, D. W. (2022). Η Πιγκλ: Η περιγραφή της ψυχαναλυτικής θεραπείας ενός μικρού κοριτσιού. Αθήνα: Εκδόσεις Αρμός.
Melanie Klein
- Klein, M. (2007). Melanie Klein. Αθήνα: Εκδόσεις Κατάρτι.
- Klein, M. (2019). Η μοναξιά ως πάθηση και ως ικανότητα (συλλογικός τόμος με κείμενα των Melanie Klein και Donald Winnicott). Αθήνα: Εκδόσεις Αλεξάνδρεια











