Η Ευρωπαϊκή Ένωση πλησιάζει στο δημογραφικό της αποκορύφωμα. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες συνεχούς αύξησης, ο πληθυσμός της θα κορυφωθεί στα 453,3 εκατομμύρια το 2029 και στη συνέχεια θα ακολουθήσει σταθερή πτωτική πορεία: 445 εκατομμύρια το 2050, 398,8 εκατομμύρια έως το τέλος του αιώνα. Η τρίτη έκθεση του Κοινού Κέντρου Ερευνών (JRC) της Κομισιόν για τις δημογραφικές τάσεις τοποθετεί την Ελλάδα ανάμεσα στις χώρες όπου η πίεση αυτή θα γίνει εντονότερη, με την Πελοπόννησο να έχει ήδη μπει σε αυτή την τροχιά.
Η διάμεση ηλικία του ελληνικού πληθυσμού είναι η τέταρτη υψηλότερη στην Ε.Ε., μετά την Ιταλία, τη Βουλγαρία και την Πορτογαλία. Στην ίδια έκθεση, η χώρα κατατάσσεται και ανάμεσα σε εκείνες όπου ολόκληρες γεωγραφικές περιοχές χάνουν σταθερά πληθυσμό, μαζί με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τις βαλτικές χώρες, την ανατολική Γερμανία και τη νότια Ιταλία.
Η Πελοπόννησος ζει ήδη το σενάριο του 2050
Ενώ η έκθεση της Κομισιόν μιλά για τάσεις που θα ενταθούν στις επόμενες δεκαετίες, στην Περιφέρεια Πελοποννήσου το φαινόμενο έχει ήδη πάρει συγκεκριμένη μορφή. Ο πληθυσμός της Περιφέρειας μειώθηκε κατά 7% μέσα σε τέσσερα χρόνια, από 574.000 κατοίκους το 2019 σε 534.000 το 2023, με όλες τις Περιφερειακές Ενότητες να καταγράφουν πτώση. Η Μεσσηνία σημείωσε τη μεγαλύτερη συρρίκνωση, με μείωση 9% στον πληθυσμό της, από 158.000 σε 144.000 κατοίκους.
Το 2025 η τάση επιταχύνθηκε περαιτέρω. Οι γεννήσεις στην Πελοπόννησο υποχώρησαν κατά 8,2% σε σχέση με το 2024, από 3.324 σε 3.051, η δεύτερη μεγαλύτερη πτώση ανάμεσα στις δεκατρείς Περιφέρειες της χώρας μετά την Ήπειρο. Μόνο η Κρήτη κινήθηκε αντίθετα, με αύξηση γεννήσεων 2,5%. Το 2024 ο θάνατοι στην Πελοπόννησο ήταν διπλάσιοι σε σχέση με τις γεννήσεις, με τη Μεσσηνία και την Αργολίδα να καταγράφουν το πιο αρνητικό φυσικό ισοζύγιο στην περιοχή. Εξαίρεση αποτέλεσε η Λακωνία, όπου οι γεννήσεις αυξήθηκαν κατά 9% ενώ οι θάνατοι μειώθηκαν κατά το ίδιο ποσοστό.
Λιγότερα χέρια στην αγορά εργασίας, υψηλότερο μισθολογικό κόστος
Η έκθεση του JRC επισημαίνει ότι η μεγαλύτερη αναξιοποίητη δεξαμενή εργατικού δυναμικού στην Ε.Ε. βρίσκεται ήδη μέσα στις ίδιες τις κοινωνίες: περίπου το 20% των ατόμων σε παραγωγική ηλικία παραμένει εκτός αγοράς εργασίας, με χάσμα δέκα ποσοστιαίων μονάδων ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες. Αν όλα τα κράτη-μέλη πετύχαιναν ποσοστά συμμετοχής αντίστοιχα με της Σουηδίας, η προβλεπόμενη μείωση του εργατικού δυναμικού της Ε.Ε. έως το 2070 θα περιοριζόταν από 33,2 εκατομμύρια σε μόλις 5,9 εκατομμύρια άτομα.
Στην Πελοπόννησο, η στενότητα στην αγορά εργασίας δεν είναι πλέον θεωρητική παραδοχή. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το πρώτο τρίμηνο του 2026 κατέγραψαν μείωση του αριθμού εργαζομένων σε κλάδους όπως το εμπόριο, η μεταποίηση και ο τουρισμός, με ταυτόχρονη άνοδο του μισθολογικού κόστους. Στις βιομηχανίες τροφίμων Λακωνίας και Αργολίδας η απασχόληση υποχώρησε κατά 0,9%, ενώ θετική παρέμεινε η εικόνα στην ενημέρωση και επικοινωνία, με αύξηση απασχόλησης 2,1% και μισθών 4,3%, χωρίς όμως αυτός ο κλάδος να έχει βαρύνουσα σημασία στο σύνολο του περιφερειακού εργατικού δυναμικού.
Οι πρόεδροι των πέντε Επιμελητηρίων της Πελοποννήσου έχουν ήδη θέσει το ζήτημα δημόσια, περιγράφοντας μια περιφέρεια που αδειάζει από νέους. Στην Αργολίδα η κατάσταση χαρακτηρίζεται κρίσιμη καμπή, στην Αρκαδία η αναδιάρθρωση της οικονομίας μετά την παύση λειτουργίας των λιγνιτικών μονάδων της Μεγαλόπολης αναμένει έγκριση ειδικού πολεοδομικού σχεδίου, ενώ στη Μεσσηνία η επένδυση στρέφεται στην αναβάθμιση του αεροδρομίου Καλαμάτας. Κοινός παρονομαστής παραμένουν οι δυσκολίες του πρωτογενούς τομέα, με τους παραγωγούς να δοκιμάζονται από αυξημένο κόστος, λειψυδρία και έλλειψη εργατικών χεριών.
Το κόστος στέγασης μπαίνει για πρώτη φορά στη δημογραφική στρατηγική
Η έκθεση της Κομισιόν συνδέει ρητά το υψηλό κόστος στέγασης με την καθυστέρηση δημιουργίας οικογένειας και τη χαμηλή γεννητικότητα, σημειώνοντας ότι σχεδόν οι μισοί Ευρωπαίοι ηλικίας 18 έως 34 ετών εξακολουθούν να ζουν με τους γονείς τους. Το ευρωπαϊκό σχέδιο προσιτής κατοικίας στοχεύει στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών και σε στοχευμένες επενδύσεις στις περιοχές που πλήττονται περισσότερο.
Για την Πελοπόννησο, όπου η αύξηση των τιμών ακινήτων συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την τουριστική ζήτηση και τις επενδύσεις σε παραθεριστική κατοικία, η σύνδεση στέγασης και δημογραφίας αγγίζει άμεσα τους νέους κατοίκους που επιχειρούν να παραμείνουν στον τόπο τους αντί να μετακινηθούν σε μεγάλα αστικά κέντρα. Η πρόταση ο επόμενος επταετής ευρωπαϊκός προϋπολογισμός, για την περίοδο 2028 έως 2034, να ενσωματώσει τη δημογραφική αλλαγή στα εθνικά και περιφερειακά σχέδια εταιρικής σχέσης ανοίγει το ενδεχόμενο πρόσθετων πόρων για περιφέρειες όπως η Πελοπόννησος, όπου ο πληθυσμός γερνά και συρρικνώνεται ταυτόχρονα.
Η μετανάστευση αμβλύνει αλλά δεν αναστρέφει την τάση
Η έκθεση του JRC ξεκαθαρίζει ότι η μετανάστευση μπορεί να περιορίσει τις ελλείψεις εργατικού δυναμικού, όχι όμως να αντιστρέψει τη δημογραφική πορεία της Ε.Ε. Από το 2012 οι θάνατοι υπερβαίνουν κάθε χρόνο τις γεννήσεις σε επίπεδο Ένωσης, με το θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο να αποτελεί σχεδόν αποκλειστικά την αιτία της πληθυσμιακής αύξησης που καταγράφηκε τα τελευταία χρόνια.
Στην Πελοπόννησο το ίδιο μοτίβο επιβεβαιώνεται σε τοπική κλίμακα: η καθαρή μετανάστευση προς την Ελλάδα αυξήθηκε σημαντικά, από 16.355 άτομα το 2022 σε 42.658 το 2023, χωρίς όμως αυτό να αναστρέφει τη σταθερή μείωση πληθυσμού που καταγράφει η περιφέρεια. Ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων, δηλαδή η αναλογία ανάμεσα σε συνταξιούχους και εργαζόμενους που καλούνται να στηρίξουν το σύστημα, προβλέπεται να αυξηθεί κατά περισσότερες από 30 ποσοστιαίες μονάδες έως το 2050 σε αρκετές ελληνικές περιφέρειες, με άμεσες συνέπειες σε υπηρεσίες υγείας, κοινωνική φροντίδα και τοπικές υποδομές που ήδη λειτουργούν υπό πίεση σε αγροτικές και ημιορεινές περιοχές της Πελοποννήσου.
Η επιτροπή δεν εντοπίζει λύση αποκλειστικά στην αύξηση γεννήσεων ή στη μετανάστευση, αλλά στην ενεργοποίηση εργατικού δυναμικού που παραμένει σήμερα εκτός αγοράς. Για μια περιφέρεια όπου ο τουρισμός και οι κατασκευές κινούνται εποχικά και ο πρωτογενής τομέας παλεύει με έλλειψη εργατικών χεριών, η πρόκληση αυτή δεν αφορά πλέον απλώς μια ευρωπαϊκή πρόβλεψη για το 2050, αλλά μια πραγματικότητα που η τοπική αγορά εργασίας διαχειρίζεται ήδη.











