Τη μεγαλύτερη πόλωση των τελευταίων δύο δεκαετιών βιώνει το ελληνικό κοινοβούλιο, με τη νομοθετική συναίνεση της αντιπολίτευσης να κατακρημνίζεται μόλις στο 11,2% για την περίοδο 2023-2026. Τα στοιχεία προέρχονται από τη νέα μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), η οποία χτυπά ηχηρό καμπανάκι για τις συνέπειες που επιφέρει η αδυναμία προγραμματικής σύγκλισης στη σταθερότητα της χώρας.
Η μελέτη εξετάζει τη στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης απέναντι στα 181 νομοσχέδια που εισήγαγε και υπερψήφισε η κυβερνητική πλειοψηφία από τον Ιούλιο του 2023 έως τον Ιούνιο του 2026. Η έρευνα αποκαλύπτει ένα κοινοβουλευτικό περιβάλλον όπου ο διάλογος υποχωρεί και η στείρα αντιπαράθεση κυριαρχεί, καθιστώντας ακόμα και αναγκαίες μεταρρυθμίσεις πεδίο σύγκρουσης αντί για αντικείμενο ουσιαστικής αξιολόγησης.
Η κάθετη πτώση του 2026 και η στάση των κομμάτων
Η εικόνα επιδεινώθηκε δραματικά τη φετινή χρονιά. Το 2026 η μέση νομοθετική συναίνεση υποχώρησε στο 6,94%, χάνοντας τρεις με τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια της κυβερνητικής θητείας. Τρία χρόνια μετά τις εκλογές, η γέφυρα συνεννόησης μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης δείχνει να έχει κοπεί οριστικά.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, το ΠΑΣΟΚ αναδεικνύεται ως το πιο συναινετικό κόμμα, έχοντας υπερψηφίσει το 27,6% των κυβερνητικών νομοσχεδίων. Ακολουθεί ο ΣΥΡΙΖΑ με 11%, οι Σπαρτιάτες με 8,3% και η Νίκη με 6,1%. Χαμηλότερα κινούνται η Ελληνική Λύση και η Πλεύση Ελευθερίας με 4,4%, καθώς και η Νέα Αριστερά με 3,8%. Στον αντίποδα, το ΚΚΕ καταγράφει μηδενική συναίνεση, καθώς δεν υπερψήφισε κανένα απολύτως νομοσχέδιο.
Πού συμφωνούν και πού διαφωνούν
Το ρήγμα της αντιπαράθεσης δεν είναι ομοιόμορφο σε όλους τους τομείς. Η εθνική άμυνα και η εξωτερική πολιτική συγκεντρώνουν τη μεγαλύτερη, έστω και σχετική, αποδοχή, αγγίζοντας το 27%. Η δικαιοσύνη και η παιδεία ακολουθούν με 25%. Αντιθέτως, η οικονομία παραμένει το απόλυτο πεδίο σύγκρουσης με τη συναίνεση να αγγίζει το ισχνό 5%, ενώ το περιβάλλον και η ενέργεια περιορίζονται στο 9%.
Αυτή η συρρίκνωση της συναίνεσης γεννά σοβαρά ερωτήματα για τη συνέχεια του κράτους. Σύμφωνα με τους ερευνητές Κωνσταντίνο Σαραβάκο και Χρήστο Λούκα, η χαμηλή διακομματική συμφωνία δυσχεραίνει την εφαρμογή μακρόπνοων δημόσιων πολιτικών και πλήττει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.
Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, δίνει το στίγμα της κατάστασης εξηγώντας πως η χαμηλή συναίνεση δείχνει τον περιορισμό των περιθωρίων προγραμματικής σύγκλισης. Η δημοκρατική αντιπαράθεση είναι μεν απαραίτητη, αλλά η ποιότητα της νομοθέτησης απαιτεί τεκμηριωμένη συζήτηση και συμφωνία εκεί όπου τα συμφέροντα των πολιτών το επιβάλλουν.
