Σουβλάκι αγάπη μου: Από κοινωνικό αγαθό, είδος πολυτελείας

Το παραδοσιακό τυλιχτό σουβλάκι, το οποίο για δεκαετίες αποτελούσε τη βάση της γρήγορης, γευστικής και κυρίως οικονομικής διατροφής για την ελληνική οικογένεια, υφίσταται μια βίαιη μεταμόρφωση. Από σύμβολο της καθημερινής γαστρονομικής ανάγκης και της λαϊκής κουλτούρας, μετατρέπεται πλέον με γοργούς ρυθμούς σε είδος πολυτελείας. Με την τιμή του τυλιχτού να αγγίζει ή και να ξεπερνά τα 4,50 ευρώ, ένα γεύμα για μια τετραμελή οικογένεια μετατρέπεται σε μια προσχεδιασμένη και κοστοβόρα έξοδο που μπορεί να κοστίσει πάνω από 40 ευρώ.

Η δημοσιογραφική έρευνα του έντυπου «Αναγνώστη Πελοποννήσου» πίσω από τον πάγκο και την εφοδιαστική αλυσίδα στην Αργολίδα αποκαλύπτει μια ζοφερή πραγματικότητα. Οι επαγγελματίες του κλάδου, αντιμέτωποι με ένα εκρηκτικό κοκτέιλ αυξήσεων, περιγράφουν την κατάσταση με όρους επιβίωσης. Μέσα από τις δηλώσεις τους, αποτυπώνεται ανάγλυφα το διπλό ταμπλό της αγοράς: Από τη μία πλευρά, εκείνοι που εξαναγκάζονται σε ανατιμήσεις για να μην κλείσουν, και από την άλλη, εκείνοι που συμπιέζουν το κέρδος τους στα όρια της ζημίας για να κρατήσουν την πελατεία τους.

Οι «συμπληγάδες» των εξόδων: Όταν το κέρδος πέφτει στο 5%

Στις τουριστικές και κεντρικές περιοχές, η πίεση των παγίων εξόδων οδηγεί αναπόφευκτα σε αυξήσεις, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια των καταναλωτών, αλλά και την απόγνωση των ιδιοκτητών.

Ο Ά. Φ., ιδιοκτήτης ψητοπωλείου στο Πορτοχέλι, περιγράφει μια κατάσταση εκτός ελέγχου, όπου η τιμή της πίτας έχει φτάσει στα 4,30 ευρώ, καταγράφοντας πρόσφατη αύξηση 0,20 λεπτών:

–  «Αντιδράσεις υπάρχουν και πάντα θα υπάρχουν, αλλά τι να κάνεις; Να το κλείσεις το μαγαζί; Τι να πρωτοπληρώσεις… Το κράτος παίρνει από παντού: από τις αποδείξεις, από τον εξωτερικό χώρο. Τι ποσοστό κέρδους να προλάβεις να βάλεις; Το τζατζίκι και η ντομάτα έχουν ακριβύνει, η ενέργεια και το γκάζι έχουν ανέβει. Το κρέας συνηθίζε να ανεβαίνει στην αρχή της σεζόν και τον Σεπτέμβρη έπεφτε· φέτος το χοιρινό πήρε αύξηση από τον Δεκέμβρη. Ένας μαγαζάτορας δεν μπορεί να αλλάζει συνεχώς τους καταλόγους του. Στο τέλος της ημέρας, το καθαρό κέρδος είναι μόλις 5%. Μακάρι το σουβλάκι να καταργούταν πλέον σαν προϊόν, για να ησυχάζαμε».

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Τ. Δ. από ψητοπωλείο στο Τολό, επιβεβαιώνει τη χασούρα σε έμψυχο δυναμικό λόγω των ανατιμήσεων, με την πίτα πακέτο να διαμορφώνεται στα 4,5 ευρώ, το χοιρινό καλαμάκι στα 2,5 ευρώ και το κοτόπουλο στα 3 ευρώ:

–  «Έχει αυξηθεί δραματικά η πρώτη ύλη, βλέπουμε τεράστιες αυξήσεις σε όλα τα προϊόντα. Όταν προχωρήσαμε σε μια αναγκαία αύξηση της τάξης του 10%, οι αντιδράσεις ήταν οπωσδήποτε έντονες και, δυστυχώς, χάθηκαν πελάτες».

Στο Ναύπλιο, η Μ.Α. σημειώνει τη γενικευμένη φύση του προβλήματος, αν και εντοπίζει μια τάση συμβιβασμού από την πλευρά του κοινού:

–  «Αυξήθηκαν οι προμήθειες κατακόρυφα. Ο κόσμος αντιδρά για λίγο, αλλά τελικά ξαναγυρνά, γιατί συνειδητοποιεί ότι όλα έχουν ακριβύνει και για όλους είναι το ίδιο».

Η άμυνα της γειτονιάς: Μειώνοντας το κέρδος για να μείνουν οι τιμές σταθερές

Στον αντίποδα, υπάρχουν επαγγελματίες, κυρίως σε συνοικιακά καταστήματα, που επιλέγουν να απορροφήσουν οι ίδιοι τους κραδασμούς, λειτουργώντας με προϊόντα – «κράχτες» και ιστορικά χαμηλά περιθώρια κέρδους.

Στο Άργος, ο Ορέστης Ράκας δίνει τη δική του μάχη με τις τιμές, και όπως λέει ο ίδιος είναι ο πιο φθηνός στην πόλη. Διατηρεί την πίτα στα 3,5 ευρώ και το σουβλάκι στα 2 ευρώ, έχοντας μετακυλίσει τις αυξήσεις σε άλλα προϊόντα του καταλόγου. Όπως εξηγεί:

–  «Η χονδρική αυξήθηκε κατακόρυφα και παρέσυρε μαζί της και τη λιανική. Προς το παρόν δεν έχω αυξήσει τις τιμές στα βασικά είδη και είμαι ο πιο φθηνός στο Άργος. Όμως, η πίεση είναι τεράστια και θα αναγκαστώ και εγώ σε σύντομο χρονικό διάστημα να προχωρήσω σε αυξήσεις. Αντιδράσεις από τον κόσμο έχω, αλλά τους απαντώ με χιούμορ… “Τραμπ” και κωδικός “βαψομαλλιάς”».

Στην Αγία Τριάδα, ο Φώτης Κλώπας, διατηρώντας ένα μαγαζί γειτονιάς εδώ και 16 χρόνια, επιλέγει τον δρόμο της σταθερότητας, κρατώντας την πίτα στα 4 ευρώ και το καλαμάκι στα 2,80 ευρώ:

–  «Παραμένω σταθερός στις τιμές μου και οι πελάτες είναι ευχαριστημένοι. Δεν έχω προχωρήσει σε αυξήσεις, την ώρα που τα πάντα γύρω μας ανεβαίνουν».

Στην ίδια περιοχή, ο Βαγγέλης Σπανός εξηγεί τη στρατηγική της επιβίωσης χωρίς ανατιμήσεις, αν και προειδοποιεί για τα σύννεφα που έρχονται:

–  «Ακόμα δεν έχω κάνει αυξήσεις και γι’ αυτό δεν έχω αντιδράσεις. Μείωσα το ποσοστό κέρδους μου όσο μπορούσα. Χρησιμοποιώ μερικά προϊόντα ως “κράχτες” και διατηρώ πολλούς κωδικούς στο μενού για να ισορροπώ την κατάσταση, στοχεύοντας σε ένα 10-15% κέρδος στο τέλος του χρόνου. Όμως η φιάλη υγραερίου αυξήθηκε εδώ και 2-3 μήνες, οι πρώτες ύλες ανεβαίνουν και περιμένω νέα αύξηση στο ρεύμα. Τα υλικά συσκευασίας έχουν διαφορετική τιμή κάθε φορά που παραγγέλνω. Οι εισαγόμενες συσκευασίες έχουν υποστεί 25% αύξηση λόγω μεταφορικών».

Στο Ναύπλιο, ο Δημήτρης Καλλίνης κρατά το σουβλάκι (καλαμάκι) στα 2,5 ευρώ, παρά το γεγονός ότι ο έμπορος που τον προμηθεύει έχει αυξήσει τις τιμές του 2 και 3 φορές. Ο ίδιος προβαίνει σε μια βαθύτερη οικονομική και δομική ανάλυση:

–  «Ακριβαίνουν τα λειτουργικά έξοδα, ο βασικός μισθός, το τεκμαρτό… παντού αυξήσεις. Είναι δύσκολο να ανταπεξέλθεις πλέον, τα ποσά είναι τεράστια σε σχέση με το παρελθόν. Με τη δραχμή ήταν καλύτερα, αλλά ακόμα και στην αρχή του ευρώ, μας έμεναν χρήματα στην άκρη. Σήμερα οι επιχειρήσεις έχουν μεγαλώσει, πλέον απασχολούμε 4 υπαλλήλους και οι εισφορές στο ΙΚΑ έχουν πάει στο θεό».

Τέλος, ο Μ. Γ., επίσης από το Ναύπλιο, επιβεβαιώνει τη στρατηγική της αυτοσυγκράτησης, στοχεύοντας σε ένα τελικό κέρδος μόλις 8-10%:

–  «Έχουμε τεράστια αύξηση στο κόστος των προϊόντων, στο εργασιακό κόστος με την ψηφιακή κάρτα εργασίας, στη ΔΕΗ, καθώς και στα μισθώματα ακινήτων και επαγγελματικών χώρων. Όταν ανεβαίνουν όλα, το καθαρό κέρδος λιγοστεύει δραματικά. Προτιμώ, όμως, να μειώσω το δικό μου κέρδος, παρά να αυξήσω τις τιμές στον καταναλωτή».

Σουβλάκι: 70 ευρώ για 7 παιδιά

Η σκληρή αυτή πραγματικότητα μετακυλίεται άμεσα στην κοινωνία, με τους πολίτες να βλέπουν την αγοραστική τους δύναμη να εκμηδενίζεται. Χαρακτηριστική της κατάστασης είναι η μαρτυρία της καταναλώτριας, κ. Ευαγγελίας, η οποία περιγράφει ένα πρόσφατο περιστατικό που αποτυπώνει το μέγεθος του προβλήματος:

–  «Μια παρέα από επτά παιδιά, αγόρια στην εφηβεία, βγήκαν να φάνε. Οι γονείς τους, για να τους πάρουν από μία πίτα, χρειάστηκε να δώσουν 70 ευρώ. Μια απλή, καθημερινή κίνηση για μερικούς εφήβους, που κάποτε απαιτούσε ένα ελάχιστο αντίτιμο, πλέον ισοδυναμεί με ένα υπολογίσιμο μεροκάματο. Το άλλοτε φθηνό και γρήγορο φαγητό γίνεται ολοένα και πιο απλησίαστο».

Η εικόνα της αγοράς είναι σαφής: Το σουβλάκι δεν χάνει απλώς την ανταγωνιστική του τιμή, αλλά τον βαθιά κοινωνικό και δημοκρατικό του χαρακτήρα. Όταν οι επαγγελματίες αναγκάζονται να επιβιώσουν με μονοψήφια ποσοστά κέρδους και οι καταναλωτές χρειάζονται μια μικρή περιουσία για να ταΐσουν τα παιδιά τους, γίνεται φανερό ότι το εθνικό μας φαγητό βρίσκεται στην πιο κρίσιμη καμπή της ιστορίας του. Αν η τάση αυτή συνεχιστεί, το καταφύγιο της ελληνικής καθημερινότητας κινδυνεύει να μετατραπεί οριστικά σε ένα ακριβό προνόμιο για λίγους.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Από τον Βανέσα Μαυρόγιαννη

Η Βανέσα Μαυρόγιαννη είναι δημοσιογράφος στο δυναμικό του anagnostis.org, με κύρια ειδίκευση στο ελεύθερο ρεπορτάζ. Με διεισδυτική ματιά στην επικαιρότητα και πάθος για την ανάδειξη της αλήθειας, καλύπτει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, συνδυάζοντας τη μαχητική δημοσιογραφία με την άρτια αφήγηση. Η ακαδημαϊκή της πορεία της προσδίδει ένα μοναδικό πλεονέκτημα στην ανάλυση κοινωνικών και πολιτιστικών ζητημάτων. Συγκεκριμένα: Είναι απόφοιτη του Τμήματος Επιστημών της Εκπαίδευσης και της Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία του Πανεπιστημίου Πατρών, με ισχυρό υπόβαθρο στην παιδαγωγική και την κοινωνιολογία. Κατέχει Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης (MSc) στη «Δημιουργική Γραφή, Θέατρο και Πολιτιστικές Βιομηχανίες» από το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών (Σχολή Καλών Τεχνών) του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Η άριστη γνώση της Αγγλικής γλώσσας και η ευχέρεια στη χρήση σύγχρονων ψηφιακών εργαλείων και υπολογιστικών συστημάτων, της επιτρέπουν να ερευνά σε διεθνείς πηγές και να προσφέρει ολοκληρωμένη και σύγχρονη ενημέρωση. Μέσα από την αρθρογραφία της στο anagnostis.org, η Βανέσα στοχεύει να ενημερώνει, να ευαισθητοποιεί και να προσφέρει τροφή για σκέψη στο αναγνωστικό κοινό.

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Exit mobile version