ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣΒάλε Αγγελία ΈΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗΓίνε Συνδρομητής

Μιλένιαλς Αργολίδας: «Δουλεύουμε περισσότερο, ζούμε χειρότερα»

Μπήκαν στην αγορά εργασίας εν μέσω κρίσης και, δύο δεκαετίες αργότερα, η εικόνα δεν έχει αλλάξει και πολύ. Πέντε κάτοικοι της Αργολίδας περιγράφουν από πρώτο χέρι μια γενιά που προσαρμόζεται αλλά δεν εφησυχάζει.
millenian's στο Ναύπλιο
Η γενιά που μεγάλωσε με το ίντερνετ και βγήκε στη ζωή εν μέσω οικονομικής κρίσης στην Αργολίδα, όπως και σε κάθε γωνιά της επαρχιακής Ελλάδας: Η καθημερινότητά τους είναι μια συνεχής μάχη.

Μπήκαν στην αγορά εργασίας την εποχή που η Ελλάδα μετρούσε τις πληγές της από τη χειρότερη οικονομική κρίση της μεταπολίτευσης. Σήμερα, στα τριάντα και σαράντα τους, οι Μιλένιαλς της Αργολίδας, γεννημένοι μεταξύ 1981 και 1996, βρίσκονται ακόμα στο ίδιο σταυροδρόμι: χαμηλοί μισθοί, συμβάσεις ορισμένου χρόνου, αποταμίευση που δεν γίνεται ποτέ πράξη. Ο έντυπος «Αναγνώστης Πελοποννήσου» τους άκουσε — και αυτό που περιγράφουν δεν ακούγεται σαν εξαίρεση.

millenian's στο Ναύπλιο

Μιλένιαλς στην Αργολίδα: Η γενιά που μπήκε στην αγορά εργασίας μέσα στην κρίση

Μπήκαν στην αγορά εργασίας μέσα στη χειρότερη οικονομική κρίση που γνώρισε η Ελλάδα μεταπολεμικά. Σήμερα, στα τριάντα και σαράντα τους, οι Μιλένιαλς της Αργολίδας, άνθρωποι γεννημένοι μεταξύ 1981 και 1996, συνεχίζουν να παλεύουν με τις ίδιες αντιξοότητες που γνώρισαν στα νιάτα τους: Χαμηλοί μισθοί, συμβάσεις ορισμένου χρόνου, αδύνατη αποταμίευση. Ο «Αναγνώστης Πελοποννήσου» μίλησε μαζί τους.

Οι Μιλένιαλς είναι η πρώτη γενιά που μεγάλωσε παράλληλα με την έκρηξη του ίντερνετ και των νέων τεχνολογιών. Πέρασαν από κασέτες και CD, σε smartphones και social media, χωρίς σχεδόν κανένα ενδιάμεσο σταθμό. Παρά την προσαρμοστικότητά τους, χτυπήθηκαν από μια διπλή συγκυρία: Πρώτα η χρηματοοικονομική κρίση του 2008, που στην Ελλάδα κράτησε ως το 2015, μετά η πανδημία του Covid. Για τους νέους της Αργολίδας, αυτά δεν ήταν αφηρημένα οικονομικά φαινόμενα. Ήταν η καθημερινότητά τους.

Διαφήμιση

Η δουλειά δεν φτάνει

Ο Χρήστος, 37 ετών, ζει και εργάζεται στην περιοχή, περιγράφοντας με σαφήνεια την κατάσταση. Δουλεύει ως καθηγητής Αγγλικών σε ιδιωτικό φροντιστήριο, ωστόσο η μισθωτή εργασία δεν του εξασφαλίζει την αυτονομία που επιθυμεί. Δηλώνει ξεκάθαρα πως πλέον η εργασία του δεν του επιτρέπει την ανεξαρτητοποίηση και δεν ανταποκρίνεται στον κόπο που καταβάλλει καθημερινά. Η προσπάθεια για αποταμίευση φαντάζει μάταιη. Όπως τονίζει ο ίδιος, πρακτικά δεν υπάρχουν λεφτά στην άκρη, καθώς τα έξοδα απορροφούν πλήρως το μηνιαίο εισόδημα.

Μιλά ξεκάθαρα:

Διαφήμιση

– «Πλέον η εργασία μου δεν μου επιτρέπει την ανεξαρτητοποίηση και δεν ανταποκρίνεται στον κόπο μου. Δεν υπάρχουν λεφτά στην άκρη» λέει. Δεν πρόκειται για εξαίρεση.

Οι περισσότεροι Μιλένιαλς που μεγάλωσαν και έμειναν στην Αργολίδα περιγράφουν την ίδια εικόνα: Δυσκολία στην εύρεση σταθερής δουλειάς αμέσως μετά τις σπουδές, πρώτες θέσεις με ορισμένο χρόνο ή ως freelancers, και κατόπιν μια σταθεροποίηση που δεν έφερε μαζί της οικονομική ανεξαρτησία. Η σταθερή δουλειά έγινε πολυτέλεια και για πολλούς παρέμεινε έτσι.

Με λιγότερα περνούσαν καλύτερα

Η Γεωργία, 36 ετών, συνεχίζει οικογενειακή επιχείρηση, ως ελεύθερη επαγγελματίας. Δεν νιώθει οικονομικά ασφαλής.

– «Έχουν αλλάξει τα φορολογικά δεδομένα της Ελλάδας και οι ανάγκες μας», λέει. Η φορολόγηση των ελεύθερων επαγγελματιών, σε συνδυασμό με το αυξημένο κόστος ζωής, κάνει την ισορροπία δύσκολη ακόμα και για όσους έχουν επιχείρηση στα χέρια τους.

Η σύγκριση με τη γενιά των γονιών της επανέρχεται αυθόρμητα.

– «Οι γονείς μας με λιγότερα περνούσαν καλύτερα. Εμείς με περισσότερα δεν μπορούμε να ζήσουμε καλύτερα. Δεν μπορούμε να φτιάξουμε τίποτα δικό μας».

Στον νεότερο εαυτό της, λέει, θα έδινε μόνο μια συμβουλή:

– «Να μην πάω να σπουδάσω». Μια πρόταση που πολύς κόσμος θα αντιμετώπιζε ως πρόκληση, αλλά που εκείνη το εννοεί απολύτως κυριολεκτικά.

Το Ναύπλιο, οι σεζόν και η «σάπια κοινωνία»

Η Σίσσυ είναι 37 ετών και δουλεύει σταθερά σεζόν στο Ναύπλιο. Θυμάται την παιδική της ηλικία με ζεστασιά. Παιχνίδια, παραμύθια, κασετόφωνο και cd από τα δισκοπωλεία. Σήμερα, η ζωή που έχει μπροστά της δεν μοιάζει με αυτό που φανταζόταν. Μιλά για κοινωνική απογοήτευση χωρίς περιστροφές:

– «Απογοητεύτηκε κοινωνικά η γενιά μας γιατί είναι μια σάπια κοινωνία».

Η φράση είναι σκληρή, αλλά δεν ακούγεται απρόσμενη από ανθρώπους που παρακολούθησαν από κοντά τη χώρα να δοκιμάζεται από κρίση σε κρίση στα πιο παραγωγικά χρόνια τους. Η εργασία σεζόν στον τουρισμό, βασικός πυλώνας για την Αργολίδα, δίνει εισόδημα αλλά όχι σιγουριά. Τους χειμωνιάτικους μήνες, η αβεβαιότητα επιστρέφει.

Επτά χρόνια αναπληρώτρια

Η Ελπίδα, 40 ετών, έγινε μόνιμη εκπαιδευτικός μετά από επτά χρόνια ως αναπληρώτρια. Επτά χρόνια χωρίς βεβαιότητα για το αν θα έχει δουλειά τον επόμενο Σεπτέμβρη. Η μονιμότητα ήρθε τελικά, αλλά τα χρόνια που πέρασαν δεν επιστρέφονται, ούτε οι αποφάσεις που αναβλήθηκαν εν αναμονή μιας σταθερότητας που αργούσε.

Μιλά και για τα social media με έναν τρόπο που αναγνωρίζουν πολλοί:

– «Μου τρώνε στιγμές από τη ζωή μου», λέει, περιγράφοντας πώς πιάνει τον εαυτό της να σκρολάρει λίγο πριν κοιμηθεί χωρίς να το έχει καταλάβει. Αντίθετα, η οικογένεια παραμένει το σταθερό σημείο αναφοράς.

– «Το σπίτι μου όταν κλείνει η πόρτα» είναι για πολλούς το μόνο καταφύγιο. Έτσι περιγράφει το μόνο μέρος όπου δεν μπαίνει οποιοσδήποτε.

Η απόπειρα φυγής που δεν έγινε

Η Γιάννα, 43 ετών, είναι η μεγαλύτερη σε ηλικία από όσους μίλησαν στον «Αναγνώστη Πελοποννήσου». Ξεκίνησε την επαγγελματική της πορεία ως ανάδοχος στο Κτηματολόγιο Δυτικής Αττικής. Μια ακόμα σύμβαση ορισμένου χρόνου σε μια γενιά που έχει κάνει τις ορισμένου χρόνου συμβάσεις σχεδόν κανόνα.

Σκέφτηκε κάποια στιγμή να φύγει στο εξωτερικό. Δεν έφυγε. Την σταμάτησαν είτε πρακτικά εμπόδια, είτε ο φόβος. Είναι μια απόφαση που πολλοί Μιλένιαλς στην επαρχία έχουν αντιμετωπίσει:

Φεύγω ή μένω;

Αυτοί που έμειναν δεν το μετανιώνουν απαραίτητα, αλλά το ερώτημα δεν έκλεισε ποτέ εντελώς. Η πανδημία άφησε τα δικά της αποτυπώματα: Περισσότερη ανησυχία για υγεία, συνήθειες απομόνωσης που κόλλησαν ακόμα και μετά το τέλος των περιορισμών.

Το σπίτι που δεν αγοράστηκε ποτέ

Κοινή διαπίστωση σε όλες τις συζητήσεις: Για έναν μέσο Μιλένιαλ στην Αργολίδα, το δικό του σπίτι με τη δουλειά, του μοιάζει σχεδόν αδύνατο. Οι περισσότεροι συνεχίζουν να μένουν με τους γονείς ή να στηρίζονται σε αυτούς οικονομικά, όχι από επιλογή, αλλά επειδή δεν υπάρχει άλλη διέξοδος.

Η απόκτηση κατοικίας ήταν για τη γενιά των γονιών τους αντικείμενο αγωνιώδους εργασίας, αλλά και εφικτός στόχος. Για τους σημερινούς τριαντάρηδες και σαραντάρηδες της Αργολίδας, ακούγεται σαν ιστορία από άλλη εποχή. Στεγαστικά δάνεια που δεν εγκρίνονται, αγοραίες τιμές που δεν κατεβαίνουν, εισοδήματα που δεν ανεβαίνουν. Ο συνδυασμός είναι αδιέξοδος.

Προσαρμόζονται, αλλά δεν εφησυχάζουν

Οι έρευνες που αφορούν αυτή τη γενιά πανελλαδικά και όσα λένε οι ίδιοι στην Αργολίδα, συμφωνούν σε ένα σημείο:

Οι Μιλένιαλς δεν είναι παθητικοί. Μαθαίνουν γρήγορα, αλλάζουν αντικείμενα, δοκιμάζουν. Ο Χρήστος συνεχίζει να διδάσκει. Η Γεωργία κρατά ανοιχτή την επιχείρηση. Η Σίσσυ γυρνά κάθε χρόνο στο Ναύπλιο για τη σεζόν. Η Ελπίδα κέρδισε τελικά τη μονιμότητα.

Αυτό που δεν αλλάζει είναι η βασική αίσθηση:

Ότι η δουλειά δεν αποδίδει αυτό που υπόσχεται, ότι το σύστημα,  φορολογικό, εργασιακό, στεγαστικό, δεν είναι φτιαγμένο για αυτούς.

– «Δουλεύουμε περισσότερο, αλλά ζούμε χειρότερα» είναι μια φράση που ακούγεται συχνά, και κανείς δεν τη λέει με έκπληξη πια.

Στην Αργολίδα, όπως και στην υπόλοιπη επαρχιακή Ελλάδα, η γενιά αυτή συνεχίζει να ισορροπεί μεταξύ πραγματισμού και απογοήτευσης. Δεν ζητούν πολλά. Ζητούν να μπορούν να σταθούν στα πόδια τους. Αυτό, ως τώρα, αποδεικνύεται δυσκολότερο από ό,τι φαντάζονταν.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Δείτε τις τελευταίες ειδήσεις εδώ

Σχόλια

2 απαντήσεις

  1. Μπράβο στην αρθρογράφο!!! Έτσι είναι ακριβώς!

  2. ντουμπους Avatar
    ντουμπους

    τι ποσοστο των μιλενιαλς εχει παει να ασκησει το δικαιωμα του εκλεγειν και του εκλεγεσθαι ;

Γράψτε απάντηση στο Ολγάκι Ακύρωση απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

newsletter banner anagnostis