Τα χρόνια της αθωότητας είναι πια πίσω μου και ο προβληματισμός ακόμα μεγαλύτερος με τα «τέρατα» εκφοβισμού, συνέτισης ή παραγωγής συμπεριφορών που μπολιάζουν μικρούς και μεγάλους στο διαδίκτυο και στην τηλεόραση.
Η Παγκοσμιοποίηση γεννά κοινούς Ήρωες και κοινά πρότυπα κοινωνικής υποταγής ή ελεγχόμενης αντίδρασης.
Πολιτικά και κοινωνιολογικά θα μπορούσε κανείς να εμβαθύνει και να αφιερώσει ώρες και μέρες να τα αναλύει, όμως σημερινός σκοπός της αναφοράς στα «φόβητρα» είναι η αναβίωση κάποιων εξ αυτών που έμειναν στο μνημονικό μου από την παιδική μου ηλικία, όπως η Λάμια, η Καλαμοδόντα και ο Αράπης και κάποια άλλα που μου τα μετάφεραν άλλοι, όπως ο Μαξιλαράς, ο Νάνος και ο Δράκος.
Τα φόβητρα που ένοιωσα στο πετσί μου, ως Αργείος, και πιθανά να δείχνουν την σύνδεση της πόλης του Άργους με την Ιστορία ανά τους Αιώνες είναι τα τρία πρώτα. Τα άλλα ίσως ακούγονταν σε οικογένειες που μετεγκαταστάθηκαν κάποια στιγμή στο Άργος.
Απ’ όσα θυμάμαι και τα τρία είχαν σχέση με την καλή συμπεριφορά, τον μεσημεριανό ύπνο ή το φαγητό.
Ένα από αυτά η «Λάμια», που παραφύλαγε έξω από την πόρτα να με αρπάξει, όταν δεν καθόμουνα φρόνημα. Το ίδιο ίσχυε και για τον «Αράπη», ενώ η «Καλαμοδόντα» συσχετιζόταν με το φαγητό και τον ύπνο. Ίσως σε άλλες οικογένειες να έπαιζαν άλλο ρόλο.
Η Λάμια ήταν κόρη του θεού Ποσειδώνα και της Λιβύης. Την αγάπησε ο Δίας και από την ένωση τους γεννήθηκαν πολλά παιδιά τα οποία σκότωσε η Ήρα από τη ζήλια της. Η Λάμια από τη στενοχώρια της μεταμορφώθηκε σε τέρας που σκότωνε παιδιά. Η «Λάμια» μετατράπηκε σε ένα είδος μπαμπούλα, που επικαλούνταν μια μητέρα ή μια νταντά για να τρομάξει τα παιδιά και να τα κάνει να έχουν καλή συμπεριφορά. Τέτοιες πρακτικές καταγράφονται από τον Διόδωρο του 1ου αιώνα, και άλλες πηγές στην αρχαιότητα.
Η εικόνα του «Αράπη» ως απειλή ενισχύθηκε από την εκστρατεία του Ιμπραήμ. Ο Ιμπραήμ Πασάς, θετός γιος του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, αποβιβάστηκε στην Πελοπόννησο το 1825 με αιγυπτιακό στρατό, ο οποίος περιλάμβανε πολλούς στρατιώτες αφρικανικής καταγωγής. Η εισβολή του θεωρήθηκε από τους Έλληνες μια πρωτόγνωρη και θανάσιμη απειλή για την Επανάσταση. Αυτό προφανώς ενίσχυσε στη λαϊκή φαντασία την εικόνα του «αράπη» ως επικίνδυνου και τρομακτικού, παρ’ όλο που η φράση «θα σε πάρει ο αράπης» είναι παλαιότερη από τον Ιμπραήμ.
Στην ελληνική λαϊκή παράδοση, ο «αράπης» τουλάχιστον στο Άργος προβάλει σαν μια αόριστη, σκοτεινή φιγούρα, για να φοβίζουν τα παιδιά. Όπως αναφέρει η «Βικιπαίδεια» η λέξη αράπης (από το τουρκικό arap) χρησιμοποιούνταν ήδη από την οθωμανική περίοδο για να δηλώσει τον πολύ μελαψό ή μαύρο άνθρωπο, συχνά με φορτίο φόβου ή δαιμονοποίησης. Τόσο η «Λάμια» όσο και «Αράπης» μπορούν άνετα να συνδεθούν με την ιστορική παράδοση του Άργους, ενώ η «Καλαμοδόντα» με τα στοιχεία των βάλτων και το θρόισμα των καλαμιών της περιοχής. Όσο θυμάμαι από την «πρόσφατη» παιδική μου ηλικία η αναφορά στην Καλαμοδόντα ήταν πάντα την ώρα του μεσημεριανού ύπνου. Μου έδειχναν πάντα προς μια κατεύθυνση και εγω την είχα συνδυάσει με το μικρό παράθυρο με σκουριασμένο πλέγμα, ενός γειτονικού κεραμοσκεπούς σπιτιού. Προφανώς μου έδειχναν προς τι καλαμιές που φύτρωναν τότε στις αυλές τον σπιτιών, αλλά η παιδική μου φαντασία το έβαζε να κατοικεί σε ένα σπίτι που έμεναν δύο μαυροφορεμένες γριές.
Η Καλαμοδόντα (ή Καλαμοδόντω) εμφανίζεται στις πηγές ως ένα λαογραφικό πλάσμα της ελληνικής παράδοσης, συνδεδεμένο κυρίως με το μεσημέρι του καλοκαιριού και τις δοξασίες γύρω από τα «μεσημεριάτικα δαιμόνια». Οι αναφορές είναι σπάνιες και τοπικές, αλλά το όνομα εμφανίζεται σε κείμενα που περιγράφουν τα λεγόμενα «Μεσημεράδες» – πλάσματα που, σύμφωνα με την παράδοση, κυκλοφορούν τις ώρες της απόλυτης ζέστης και ραστώνης.
Η Καλαμοδόντα φαίνεται να ανήκει στην κατηγορία των κακοποιών ή πειραχτικών πνευμάτων που σχετίζονται με συγκεκριμένες ώρες της ημέρας ή με συγκεκριμένα μέρη. Στην ελληνική λαογραφία υπάρχουν πολλά τέτοια πλάσματα, συχνά συνδεδεμένα με:
- Μεσημέρι, όταν «δεν πρέπει να κυκλοφορείς» λόγω της ζέστης και της «κακής ώρας».
- Ρέματα, βράχια, δέντρα ή ερημιές, όπου «κρατάει στοιχειό».
- Προειδοποιήσεις προς τα παιδιά να μην τριγυρίζουν έξω τις επικίνδυνες ώρες.
- Η Καλαμοδόντα φαίνεται να είναι μια τοπική ονομασία για ένα τέτοιο πλάσμα, πιθανώς παραλλαγή των «Μεσημεράδων» ή άλλων στοιχειών της υπαίθρου.
Οι φερτές κατά την άποψή μου αποτρεπτικές φιγούρες έχουν κι αυτές τις δικές τους ιδιότητες. Ο «Νάνος», εμφανίζεται ως προστάτης τάφων και θησαυρών. Οι ιστορίες με νάνους αποτελούν ένα από τα πιο διαχρονικά μοτίβα της παγκόσμιας μυθολογίας και της ελληνικής λαογραφίας. Παρότι σήμερα τους γνωρίζουμε κυρίως μέσα από παραμύθια και τη σύγχρονη φαντασία, οι ρίζες τους είναι πολύ βαθύτερες και συνδέονται με αρχαίες αντιλήψεις για τη φύση, τη μεταλλουργία, τα πνεύματα του σπιτιού και τον «κάτω κόσμο».
Ο «Μαξιλαράς» συνειρμικά συνδέεται με το μαξιλάρι και φυσικά με τον ύπνο. Συχνά οι γιαγιάδες έλεγαν στα παιδιά: «Μην κοιμάσαι ανάσκελα, θα σε πλακώσει ο Μαξιλαράς», «Μην αφήνεις το μαξιλάρι άστρωτο, πιάνει ο Μαξιλαράς». Η φοβέρα λειτουργούσε ως παιδαγωγική προειδοποίηση για να κοιμούνται τα παιδιά σωστά και ήρεμα. Την ιστορία με τον Μαξιλαρά μου την μετέφερε μια φίλη από την γειτονιά με καταγωγή όμως από την Αγία Τριάδα.
Ο «Δράκος», έφτασε και αυτό στα αυτιά μου πάλι από την Αγία Τριάδα, από έναν παππού αυτή την φορά που αφηγείτο για δράκους στην περιοχή του και πως τους κυνηγούσαν γιατί άρπαζαν τα παιδιά. Δεν ξέρω αν τον συνέδεε με τον Δράκο- Λερναία Ύδρα της Λέρνας ή με αυτόν του Αγίου Γεωργίου ή του Αγίου Δημητρίου. Σε κάθε περίπτωση δεν φαινόταν να είχε σχέση με τους δράκους στην μεσαιωνική Ευρώπη.
(Κείμενο Άκης Ντάνος)











