Αναστολή στις κατασκευαστικές εργασίες για την εγκατάσταση τελεφερίκ στο Κάστρο της Μονεμβασιάς αποφάσισε το Συμβούλιο της Επικρατείας, βάζοντας προσωρινό «φρένο» σε ένα έργο που έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις σε τοπικό και πανελλαδικό επίπεδο.
Με την υπ’ αριθμ. 94/2025 απόφασή της, η Επιτροπή Αναστολών του ΣτΕ διέταξε τη διακοπή των εργασιών έως την τελική εκδίκαση της υπόθεσης, παρά το γεγονός ότι ο Δήμος Μονεμβασιάς προέβαλε τον κίνδυνο απώλειας της χρηματοδότησης.
Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο έκανε δεκτή την αίτηση που κατέθεσαν τοπικοί σύλλογοι, περιβαλλοντικές οργανώσεις και ιδιώτες, κρίνοντας ότι η έναρξη των παρεμβάσεων εγκυμονεί σοβαρό κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης τόσο για το μνημειακό σύνολο όσο και για το ευαίσθητο φυσικό τοπίο της περιοχής.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, οι προβλεπόμενες εργασίες –που περιλαμβάνουν εκσκαφές, επιχώσεις και μόνιμες κατασκευές από σκυρόδεμα εντός του αρχαιολογικού χώρου– ενδέχεται να δημιουργήσουν τετελεσμένα, τα οποία θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αναστραφούν σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση ακύρωσης σε επόμενο στάδιο.
Παρότι το ΣτΕ αναγνωρίζει τους λόγους δημοσίου συμφέροντος που επικαλέστηκε ο δήμος, όπως η βελτίωση της προσβασιμότητας, κρίνει ότι σε αυτή τη φάση υπερισχύει η ανάγκη προστασίας της ακεραιότητας ενός μοναδικού ιστορικού μνημείου.
Το έργο, συνολικού προϋπολογισμού 5,7 εκατομμυρίων ευρώ, προβλέπει την εγκατάσταση εναέριου αναβατορίου με δύο καμπίνες, σε μια περιοχή που τελεί υπό αυστηρό καθεστώς προστασίας, καθώς χαρακτηρίζεται αρχαιολογικός χώρος, παραδοσιακός οικισμός και εντάσσεται στο δίκτυο Natura 2000.
Στην προσφυγή προς το ΣτΕ συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο Σύλλογος Φίλων Μονεμβασιάς, η Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού (ΕΛΛΕΤ), η οργάνωση «Γη και Πολίτες» καθώς και ιδιοκτήτες ακινήτων της περιοχής. Οι προσφεύγοντες στρέφονται κατά της αδειοδότησης του έργου από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση, των εγκρίσεων του Υπουργείου Πολιτισμού και της απόφασης κατακύρωσης του διαγωνισμού από τον Δήμο.
Η απόφαση του ΣτΕ ενισχύει, για ακόμη μία φορά, τη σημασία της προληπτικής προστασίας των μνημείων και ανοίγει νέο κύκλο συζήτησης γύρω από τα όρια ανάπτυξης σε περιοχές υψηλής πολιτιστικής αξίας.











