Δάκρυα – Γέλιο – Σιωπή

Έγνοιες με πήραν πάλι και σκοτούρες
Τί πρέπει πιά τον άλλο τον καιρό να κάμω που μού μένει, παλληκάρι μου;
Πρέπει να υπομένει κανείς αυτά που δίνει ο γυιός του Κρόνου,
μια κι’ είναι πιο τρανός και στρέφει κατά που θέλει αυτός τα’ ανθρώπινα όλα; 

                                                                      (Αλκαίος)

Στο μεγάλο βιβλίο της Φύσης όπου είναι γραμμένα τα πάντα, αν είμαστε χαλαροί ώστε η Φύση να μπορέσει να διεισδύσει μέσα μας και εμείς επίσης να μπορέσουμε να διεισδύσουμε στη φύση, θα Ζήσουμε. Έτσι απλά!  Δεν θα σκεφτόμαστε. Θα Ζούμε!

Έχουμε ξεχάσει να ζούμε. Για να ζούμε χρειάζεται αποδοχή της Ζωής!

Τώρα που αρχίζει ο Μαιμάκτης, ο βίαιος, ορμητικός μήνας του Δία (από το ρήμα μαιμάω-ῶ, κινούμαι ορμητικά), ο θεός των θυελλωδών ανέμων και της κακοκαιρίας,  μας χρειάζεται τουλάχιστον η … Αποδοχή.

Ας είμαστε ευχαριστημένοι με αυτό που είμαστε. Τίποτε άλλο δεν χρειάζεται. Και τότε ξαφνικά συμβαίνουν τα πάντα. Μέσα στην βαθειά αποδοχή, το εγώ εξαφανίζεται. Το εγώ υπάρχει μέσα από την απόρριψη. Όποτε απορρίπτεις κάτι, υπάρχει το Εγώ. Όποτε λες ΌΧΙ, δυναμώνει το Εγώ σου. Όποτε όμως λες ναι, ένα ολοκληρωτικό ΝΑΙ στην ύπαρξη, αυτός είναι ο μεγαλύτερος διαλογισμός στον οποίο μπορείς να μπεις. Εσύ δεν υπάρχεις πιά. Είσαι απλώς συνηθισμένος, ικανοποιημένος κι ευχαριστημένος με τον εαυτό σου, έτσι όπως είσαι.

Οι γυναίκες μπορούν να συντονίζονται πιο εύκολα με την Φύση. Είναι μητέρες, είναι πιο κοντά στη Φύση. 

Ο άνδρας έχει δεσμεύσεις, έχει επενδύσει στην αγωνία και στην έντασή του. Από την παιδική ηλικία, ο άντρας πιέζεται να είναι επιθετικός, βίαιος, να βάζει στόχους, να πετυχαίνει πράγματα, να έχει φιλοδοξίες. Το σπίτι, Ά, αυτό είναι για τα κορίτσια. Τα αγόρια πρέπει να βγαίνουν έξω και να παλεύουν με τη Ζωή, να βιάζονται. 

Αν το σπίτι είναι για τα κορίτσια, τότε η αίσθηση ότι βρίσκεσαι στο σπίτι σου θα είναι επίσης για τα κορίτσια. Το να νιώθεις ότι βρίσκεσαι στο σπίτι σου είναι Διαλογισμός. Διαλογισμός είναι το να μένεις χωρίς σκέψεις. Το τίποτα, η κενότητα. Ο κενός νούς δίνει χώρο στον Θεό. Η γυναίκα μπορεί πιο εύκολα να παραμένει έτσι, να κάθεται και απλώς να… υπάρχει. 

Ο Όσσο λέει στο βιβλίο του (Γή και Ουρανός, εκδ. Ρέμπελ): «Οι ανάγκες της γυναίκας είναι μικρές. Κάποιον να αγαπά, κάποιον να την αγαπά, τροφή, στέγη, λίγη ζεστασιά, ένα σπίτι – Τέλος». 

Οι σύγχρονες γυναίκες βέβαια έχουν απομακρυνθεί από την θηλυκότητα τους, έχουν ανδροποιηθεί, βιάζονται, ανταγωνίζονται  και πρέπει να ξαναμάθουν πώς να είναι θηλυκές. 

Η Φύση της ύπαρξης  είναι περισσότερο θηλυκή, περισσότερο ισορροπημένη. Τα δέντρα, τα πουλιά που τραγουδούν, τα ποτάμια που κυλούν, όλα μοιάζουν νωχελικά, σιωπηλά, τίποτε δεν βιάζεται. Όλα κινούνται σ’ ένα άχρονο πλαίσιο. Ζούν χωρίς βιασύνη. 

Η ζωή μας αυτή την χρονική περίοδο μοιάζει με αναμέτρηση σε αποφασιστικό αγώνα με έναν σκληρό και επίμονο αντίπαλο, πού όχι μόνο μας εκνευρίζει αλλά και μας κάνει να χάνουμε όλες μας τις ικανότητες. Είναι ο φόβος του να πεθάνουμε, ένας φόβος που θυμίζει την υπερδιέγερση των αρχάριων κυνηγών. Η καλή λέξη που θα μπορούσαμε να πούμε στον εαυτό μας είναι: ΝΑ ΕΙΣΑΙ. ΝΑ ΖΕΙΣ.

Η Ζωή εξάλλου είναι ένας ρυθμός. Εισπνέεις, εκπνέεις. Δεν μπορείς μόνον να εισπνέεις, ούτε μόνο να εκπνέεις. Και τα δύο πρέπει να συνυπάρχουν. 

Για να είμαστε ευτυχισμένοι, μερικές φορές χρειάζεται να απολαμβάνουμε και τη δυστυχία. Είναι κι αυτή μέρος της ζωής. Μ’ αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται η ισορροπία. Αν γελάς συνέχεια,  το γέλιο σου θα γίνει νευρωτικό, μια τρέλλα. Για να κρατηθεί το γέλιο ζωντανό και υγιές, χρειάζονται επίσης και τα δάκρυα. 

Στη ζωή, η σοφία και η ανοησία πηγαίνουν μαζί. Η μεγαλύτερη τέχνη της ζωής είναι το να τις αφήσεις να μεγαλώνουν μαζί, σε τέτοια ισορροπία, που η σοφία μας να μεταφέρει μια ποιότητα ανοησίας και η ανοησία μας να μεταφέρει μια ποιότητα σοφίας. Τότε είμαστε Ολόκληροι.

Ας απλοποιήσουμε τη ζωή μας, ας μειώσουμε την έκθεσή μας στην τηλεόραση, ας περπατήσουμε, ας ενδιαφερθούμε πραγματικά για την φύση, ας σταματήσουμε να θέλουμε να αλλάξουν οι άλλοι, ας σταματήσουμε να ευχαριστούμε συνεχώς τους άλλους, ας είμαστε ο εαυτός μας. Ας αποδεχτούμε και την λύπη που νοώθουμε.

Τον Χειμώνα,  ο Δίας ήταν ο θεός των τρικυμιών, πού σιγά – σιγά ενέσκηπταν επί της γής και των κυμάτων και η δέηση ήταν:
    

  

    Προσκαλώ τον μέγαν, τον αγνόν, που βροντά δυνατά, τον ονομαστόν, τον αέριον, τον φλογερόν,που   συγκλονίζει με το πύρ, αυτόν που λάμπει στον αέρα, που αστράφτει στο φως των νεφών με φωνή,
    που τρέχει με ισχυρό κρότο,  που προκαλεί φρίκη (ανατριχίλα),
    Εσέ τον πάρα πολύ ωργισμένο, τον αγνό θεό,
    τον αστραφτερόν Δία, τον γεννήτορα των πάντων,
    τον μέγιστον βασιλέα, αυτόν παρακαλώ 
    να μας φέρη με ευμένεια γλυκύτατο τέλος του βίου.
(Ορφέως Ύμνοι, εκδ. Ιδεοθέατρον).

Ο Αλκαίος πάλι, μας θυμίζει:
…Και βρέχει ο Δίας κι’ απ’ τον ουρανό
 βαρύς χειμώνας έπεσε, παγώσαν 
τα ρέματα…
….
Νίκα τον χειμώνα βάζοντας φωτιά
Κι’ αλύπητα γλυκό κρασί κερνώντας 
Στις κούπες κι’ από κατ’ απ’ το κεφάλι σου
  Σιάζοντας μαλακά το μαξιλάρι.
………
Να μην αφήνουμε στις λύπες την ψυχή 
Λυπάμενοι μπροστά διόλου δεν πάμε…
(Αλκαίος, εκδ. Ζαχαρόπουλος).

Ο Ζαρατούστρα ρωτάει, «Δεν μπορείς να βρεις τίποτα στον κόσμο που να σε κάνει να γελάσεις και να χορέψεις; Ακόμη και τα παιδιά μπορούν να βρουν λόγους για να γελάσουν». 
Τα παιδιά μπορούν να γελάσουν γιατί βλέπουν καθαρά τα πράγματα, δεν έχουν προσδοκίες να θαμπώνουν την όρασή τους. Και ο κόσμος είναι γεμάτος με αστεία και παράλογα πράγματα! Ένα παιδί έχει την ικανότητα να παρατηρεί πόσο αστεία είναι η Σκηνή της Ζωής!

Μεγαλώνοντας, με τους κοινωνικούς καταναγκασμούς, χάνει το χιούμορ του και γίνεται ένας συνοφρυωμένος και νευρωτικός ενήλικος.

Ένας γελαστός άνθρωπος αποκλείεται να πάθει καρδιακή προσβολή. Ένας πραγματικά χαρούμενος άνθρωπος είναι αδύνατο να αυτοκτονήσει. Φτάνει χωρίς καμία προσπάθεια στον κόσμο τής σιωπής, γιατί όταν το γέλιο παύει, ακολουθεί η Σιωπή – ο Διαλογισμός. Το γέλιο είναι ένα μυστήριο και τα ανέκδοτα είναι μια πολύ έξυπνη διευθέτηση. Σε κατευθύνουν προς  μια κατεύθυνση λογικά, ορθολογιστικά, αρχίζεις να προσδοκάς ότι τώρα θα συμβεί αυτό, τώρα θα συμβεί το άλλο.. και συνεχίζει να συμβαίνει σύμφωνα με τις προσδοκίες σου. Μετά όμως έρχεται μια ξαφνική μεταστροφή και … κάτι συμβαίνει πού εσύ ποτέ δεν θα μπορούσες να το είχες φανταστεί. Έ! Αυτό σου φέρνει γέλιο. 

Πρόκειται για μια πολύ εσωτερική διαδικασία της ορθολογιστικής μας προσδοκίας. Αν συμβεί κάτι που προσδοκούμε,  δεν θα υπάρξει γέλιο. Αν συμβεί κάτι που μας κάνει αμέσως να ξεχάσουμε όλο τον ορθολογισμό μας, τη λογική μας, τον νου μας, είναι μια θαυμάσια προετοιμασία για τον διαλογισμό.

Ιδιαίτερα σήμερα όλα τα πνευματικά προϊόντα δεν έχουν βάθος, δεν επιφέρουν καμιά πνευματική ειρήνη, καμιά διαλογιστική σιωπή. Κι επειδή πραγματικά,  αν λυπόμαστε συνέχεια χάνουμε και ενέργεια που χρειαζόμαστε για να βγάλουμε έναν τόσο δύσκολο χειμώνα, θα πούμε κι’ εμείς όπως ο Λουκιανός βάζει τον Δία να λέει μετά από μια προσευχή θυμωμένη απέναντί Του, εντάξει θα σε βοηθήσω Τίμωνα, μόλις διορθώσω τον κεραυνό, γιατί είναι σπασμένες και στομωμένες δύο ακτίνες του, οι πιο μεγάλες, από τότε που με περισσότερο πείσμα τον έριξα πάνω στον σοφιστή Αναξαγόρα, που έπειθε τους συνομιλητές του ότι δεν υπάρχουμε καθόλου εμείς οι Θεοί. (Λουκιανός, Έργα Α΄, εκδ. Ζαχαρόπουλος).

Τα Μαιμακτήρια ήταν γιορτή στην αρχαιότητα προς τιμή του Δία Μαιμάκτου. Προσφερόταν θυσία προς τον Δία Γεωργό και απευθύνονταν παρακλήσεις, για να βρέξει και να επιτρέψει την σπορά. Η γιορτή ετελείτο κατά τον πρώτο μήνα του χειμώνα Μαιμακτηριώνα. Ο πέμπτος μήνας του Αττικού Ενιαυτού (Νοέμβριος – Δεκέμβριος), συγκεκριμένα περιελάμβανε το τελευταίο μέρος του Νοεμβρίου και το πρώτο μέρος του Δεκεμβρίου που (μαιμάζει, σφύζει, κλονείται, πηδά, κυματούται, κοχλάζει, καταδαπανάται, καταναλίσκει).  Η λέξη – Επίκληση προς τον  Δία σημαίνει τον ορμητικό, θυελλώδη, ταραχώδη, όπως είναι ο αέρας αυτού τού μήνα. Το μαίμακτον: «το χαλεπόν και δύσμαχον» δηλαδή , το δύσκολο να καταπολεμηθεί.  

Προς το τέλος αυτής τής χειμωνιάτικης περιόδου στην Αρχαιότητα, επικαλούνταν τον «Μειλίχιο Δία». Παρακαλούσαν δηλαδή τον Δία να καταπαύσει τις ταραχές του αέρα και να βρέξη για να σπείρουν και να ανοίξει η καρδιά τους, γιατί άρχιζε σιγά – σιγά και η επιστροφή του Ήλιου από την Χώρα των Υπερβορείων. 
Η στενή σχέση των εορτών του Δία με τις διάφορες εποχές του έτους δείχνει ότι οι αρχαίοι σέβονταν στο πρόσωπο αυτού τού άρχοντα τού ουρανού και τον κύριο όλων τών ατμοσφαιρικών μεταβολών, την Θεά Φύση. Δεν είναι τυχαίο που η Αρχαία Ελληνική Θρησκεία λάτρευε έξη Θεές, έξη Θεούς. Μια ισορροπία Αρσενικού – Θηλυκού και όχι έναν Θεό μόνον αρσενικό, επεκτατικό και εκδικητικό.

Καλά και Αφουρτούνιαστα Πελάγη στον επόμενο μήνα – Ποσειδεώνα! 

Φωτογραφίες

Α. Κομνηνός

(Δίας με Κεραυνό). Ελληνική Μυθολογία. Εκδοτική Αθηνών