Η Πελοπόννησος στεγνώνει και τα στοιχεία της νέας επιστημονικής έκθεσης του Joint Research Centre της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δίνουν συγκεκριμένη διάσταση σε ένα πρόβλημα που μέχρι σήμερα γινόταν κυρίως ορατό μέσα από τη λειψυδρία, τις πυρκαγιές και τις δυσκολίες των καλλιεργειών.
Σύμφωνα με την έκθεση, το 51,55% της έκτασης της Περιφέρειας Πελοποννήσου καταγράφεται ως γη που επηρεάζεται από συνθήκες ερημοποίησης. Πρόκειται για περισσότερο από τη μισή έκταση μιας Περιφέρειας στην οποία η αγροτική παραγωγή, οι υδάτινοι πόροι και η οικονομική ζωή πολλών τοπικών κοινωνιών παραμένουν στενά συνδεδεμένα με την κατάσταση του εδάφους.
Το στοιχείο αφορά τη διοικητική Περιφέρεια Πελοποννήσου, δηλαδή την Αργολίδα, την Αρκαδία, την Κορινθία, τη Λακωνία και τη Μεσσηνία. Δεν περιλαμβάνει την Αχαΐα και την Ηλεία, οι οποίες υπάγονται στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας.
Το εύρημα δεν σημαίνει ότι η μισή Πελοπόννησος έχει μετατραπεί σε έρημο. Δείχνει ότι σε μεγάλο μέρος της Περιφέρειας η ξηρότητα συνδυάζεται ήδη με μία ή περισσότερες μορφές υποβάθμισης της γης, περιορίζοντας σταδιακά την ικανότητά της να συγκρατεί νερό, να υποστηρίζει τη βλάστηση και να παραμένει παραγωγική.
Τι σημαίνει ερημοποίηση
Η ερημοποίηση δεν αρχίζει όταν εμφανιστούν αμμόλοφοι ή όταν ένα τοπίο αποκτήσει την όψη της ερήμου. Η έκθεση υιοθετεί τον ορισμό της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για την Καταπολέμηση της Ερημοποίησης, σύμφωνα με τον οποίο πρόκειται για υποβάθμιση της γης που εκδηλώνεται στις ξηρές, ημίξηρες και ξηρές υποϋγρές περιοχές.
Η υποβάθμιση μπορεί να συνδέεται τόσο με τις κλιματικές μεταβολές όσο και με τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Ένα έδαφος μπορεί να εξακολουθεί να καλλιεργείται και ταυτόχρονα να χάνει οργανική ύλη, να διαβρώνεται, να συμπιέζεται, να εμφανίζει αυξημένη αλατότητα ή να χρειάζεται όλο και περισσότερο νερό για να διατηρήσει την ίδια παραγωγή.
Οι αλλαγές αυτές δεν είναι πάντοτε άμεσα ορατές. Εκδηλώνονται σταδιακά μέσα από τη μειωμένη γονιμότητα, τη δυσκολότερη απορρόφηση και συγκράτηση του νερού, την υποχώρηση της βλάστησης και τη μεγαλύτερη ευαισθησία απέναντι στις παρατεταμένες περιόδους ξηρασίας.
Η ερημοποίηση, επομένως, δεν περιγράφει μόνο την τελική εικόνα μιας κατεστραμμένης γης. Περιγράφει μια διαδικασία που μπορεί να έχει αρχίσει πολύ νωρίτερα, ενώ η περιοχή εξακολουθεί να κατοικείται, να καλλιεργείται και να παράγει.
Πώς προκύπτει το 51,55%
Το ποσοστό για την Πελοπόννησο προέρχεται από τον πίνακα της έκθεσης που καταγράφει το μερίδιο κάθε ευρωπαϊκής περιφέρειας NUTS 2 το οποίο θεωρείται ότι επηρεάζεται από ερημοποίηση. Για την Περιφέρεια Πελοποννήσου, με τον στατιστικό κωδικό EL65, το ποσοστό υπολογίζεται σε 51,55%.
Η μεθοδολογία του Joint Research Centre δεν στηρίζεται σε έναν μόνο δείκτη. Συνδυάζει στοιχεία για τις αλλαγές στις χρήσεις γης, την παραγωγικότητα της βλάστησης, την κατάσταση του εδάφους και τον βαθμό ξηρότητας κάθε περιοχής.
Για τις μεταβολές των χρήσεων γης αξιοποιούνται δεδομένα του ευρωπαϊκού προγράμματος Copernicus και του συστήματος CORINE. Η εξέλιξη της βλάστησης εξετάζεται μέσα από δορυφορικές παρατηρήσεις, ενώ η κατάσταση του εδάφους αποτιμάται με ένα ευρύτερο σύνολο περιβαλλοντικών δεικτών.
Σε αυτούς περιλαμβάνονται η διάβρωση από το νερό και τον άνεμο, η απώλεια οργανικού άνθρακα, η υποχώρηση της βιοποικιλότητας του εδάφους, η συμπίεση, η αλάτωση, η παρουσία υπερβολικών ή ανεπαρκών θρεπτικών στοιχείων και η δυνατότητα ανάκαμψης μετά τις πυρκαγιές.
Η νέα μέθοδος ακολουθεί τη λογική «one out, all out»: όταν ένας από τους επιμέρους δείκτες υπερβαίνει το επιστημονικό όριο που έχει τεθεί, η αντίστοιχη έκταση χαρακτηρίζεται ως υποβαθμισμένη. Οι υποβαθμισμένες εκτάσεις συνδυάζονται στη συνέχεια με τον δείκτη ξηρότητας, ώστε να προσδιοριστούν οι περιοχές που επηρεάζονται από συνθήκες ερημοποίησης.
Το 51,55% δεν αποτελεί πρόβλεψη ότι τόσο έδαφος θα ερημοποιηθεί κάποτε στο μέλλον. Είναι η αποτύπωση του μεριδίου της Περιφέρειας που θεωρείται ήδη επηρεαζόμενο, με βάση τα διαθέσιμα πανευρωπαϊκά δεδομένα και τα κριτήρια της έκθεσης.
Τι σημαίνει για την αγροτική Πελοπόννησο
Η προειδοποίηση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια Περιφέρεια όπου μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας εξαρτάται από τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Οι ελιές, τα εσπεριδοειδή, τα αμπέλια, τα κηπευτικά και οι υπόλοιπες καλλιέργειες χρειάζονται διαθέσιμο νερό, αλλά και έδαφος ικανό να συγκρατεί την υγρασία και να υποστηρίζει τη φυτική παραγωγή.
Όταν το έδαφος υποβαθμίζεται, αυξάνονται οι ανάγκες άρδευσης και το κόστος καλλιέργειας. Η παραγωγή γίνεται περισσότερο ευάλωτη στις υψηλές θερμοκρασίες και στις μεγάλες περιόδους χωρίς βροχή, ενώ ακόμη και οι έντονες βροχοπτώσεις μπορούν να αποδειχθούν καταστροφικές όταν πέφτουν πάνω σε σκληρό, συμπιεσμένο ή γυμνό έδαφος.
Το νερό τότε δεν απορροφάται, αλλά απομακρύνεται γρήγορα, παρασύροντας μαζί του γόνιμο χώμα. Μια περιοχή μπορεί έτσι να αντιμετωπίζει πλημμυρικά φαινόμενα τον χειμώνα και σοβαρή έλλειψη νερού λίγους μήνες αργότερα.
Η πίεση δεν είναι ίδια σε ολόκληρη την Περιφέρεια. Διαφορετικές συνθήκες επικρατούν στις πεδινές και εντατικά καλλιεργούμενες ζώνες, στις παράκτιες περιοχές, στους ορεινούς όγκους, στα βοσκοτόπια και στις εκτάσεις που έχουν πληγεί επανειλημμένα από πυρκαγιές.
Η έκθεση δεν δίνει ξεχωριστά ποσοστά για την Αργολίδα, την Αρκαδία, την Κορινθία, τη Λακωνία και τη Μεσσηνία. Το 51,55% δεν μπορεί, συνεπώς, να χρησιμοποιηθεί για να αποτιμηθεί η κατάσταση ενός συγκεκριμένου δήμου, ενός χωριού ή ενός αγροτεμαχίου. Αποκαλύπτει όμως την έκταση του περιφερειακού προβλήματος και την ανάγκη λεπτομερέστερης χαρτογράφησης σε τοπικό επίπεδο.
Η ερώτηση Αρναούτογλου για το νερό άρδευσης
Το ζήτημα της λειψυδρίας και της αναζήτησης εναλλακτικών πηγών νερού για την αγροτική παραγωγή είχε θέσει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ο Σάκης Αρναούτογλου με γραπτή ερώτηση που κατέθεσε στις 11 Φεβρουαρίου 2026.
Ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ επισήμανε ότι, παρά την εφαρμογή του ευρωπαϊκού Κανονισμού 2020/741 για την ασφαλή επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων αστικών λυμάτων στην άρδευση, η αξιοποίησή τους παραμένει περιορισμένη στην Ελλάδα. Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο σε περιοχές που αντιμετωπίζουν μεγάλη υδατική πίεση, εξαρτώνται από την αρδευόμενη γεωργία και επιβαρύνουν συνεχώς τους υπόγειους υδροφορείς, παρότι διαθέτουν εγκαταστάσεις βιολογικού καθαρισμού.
Στην ερώτησή του ζητούσε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αξιολογήσει τα θεσμικά, διοικητικά, τεχνικά και χρηματοδοτικά εμπόδια που καθυστερούν την επαναχρησιμοποίηση του νερού. Ρωτούσε επίσης εάν προτίθεται να εκδώσει πρόσθετες κατευθυντήριες οδηγίες, να απλοποιήσει τις διαδικασίες και να χρηματοδοτήσει πιλοτικά έργα σε περιοχές με υψηλή υδατική πίεση μέσω της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, του Ταμείου Ανάκαμψης ή άλλων ευρωπαϊκών εργαλείων.
Η παρέμβαση αφορά άμεσα και την Πελοπόννησο. Η επαναχρησιμοποίηση κατάλληλα επεξεργασμένου νερού δεν μπορεί να λύσει από μόνη της το πρόβλημα της λειψυδρίας, θα μπορούσε όμως να μειώσει την πίεση στους υπόγειους υδροφορείς και να καλύψει μέρος των αρδευτικών αναγκών, υπό την προϋπόθεση ότι θα τηρούνται αυστηρά οι κανόνες προστασίας της δημόσιας υγείας, του εδάφους και των καλλιεργειών.
Η φωτιά δεν τελειώνει όταν σβήσουν οι φλόγες
Η δημοσίευση της έκθεσης συμπίπτει με ακόμη μία περίοδο μεγάλων πυρκαγιών στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ Σάκης Αρναούτογλου, σχολιάζοντας τα ευρήματα, υπογραμμίζει ότι η πραγματική δοκιμασία για μια καμένη περιοχή αρχίζει όταν απομακρυνθούν οι κάμερες και ολοκληρωθεί η επιχείρηση κατάσβεσης.
Μετά την πυρκαγιά, το έδαφος μένει γυμνό και εκτεθειμένο στον ήλιο, στον άνεμο και στις ισχυρές βροχοπτώσεις. Χωρίς τη βλάστηση που συγκρατεί το χώμα και επιβραδύνει την κίνηση του νερού, αυξάνεται η επιφανειακή απορροή και επιταχύνεται η διάβρωση.
Η νέα μεθοδολογία του Joint Research Centre περιλαμβάνει την ανάκαμψη μετά τις πυρκαγιές στους δείκτες υποβάθμισης του εδάφους. Όταν μια περιοχή καίγεται επανειλημμένα και ακολουθούν μεγάλα διαστήματα ξηρασίας, μια αρχικά προσωρινή καταστροφή μπορεί να εξελιχθεί σε μακροχρόνια απώλεια γόνιμου εδάφους και φυσικής βλάστησης.
Για την Πελοπόννησο, όπου δασικές, αγροτικές και κατοικημένες περιοχές βρίσκονται συχνά σε άμεση γειτνίαση, οι συνέπειες δεν περιορίζονται στο φυσικό περιβάλλον. Αφορούν το διαθέσιμο νερό, την παραγωγή, τα εισοδήματα και τη δυνατότητα των μικρότερων κοινοτήτων να συγκρατήσουν τον πληθυσμό τους.
Ερημοποίηση και κοινωνική ευαλωτότητα
Η έκθεση δεν εξετάζει μόνο την κατάσταση της γης. Επιχειρεί να συνδέσει τα περιβαλλοντικά δεδομένα με τον δείκτη της Eurostat για τους ανθρώπους που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.
Για την Περιφέρεια Πελοποννήσου, το ποσοστό αυτό καταγράφεται στο 38,1%, δίπλα στο 51,55% της έκτασης που θεωρείται ότι επηρεάζεται από ερημοποίηση. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό κοινωνικής ευαλωτότητας μεταξύ των ελληνικών περιφερειών που περιλαμβάνονται στον συγκεκριμένο πίνακα της έκθεσης.
Η παράθεση των δύο δεικτών δεν αποδεικνύει ότι η ερημοποίηση προκαλεί αυτομάτως φτώχεια ούτε ότι κάθε κάτοικος μιας περιβαλλοντικά επιβαρυμένης περιοχής αντιμετωπίζει τις ίδιες συνέπειες. Δείχνει, ωστόσο, ότι η υποβάθμιση της γης εξελίσσεται σε μια Περιφέρεια όπου σημαντικό μέρος του πληθυσμού διαθέτει περιορισμένες οικονομικές αντοχές.
Η προσαρμογή στην κλιματική κρίση έχει κόστος. Απαιτεί επενδύσεις για την εξοικονόμηση νερού, τον εκσυγχρονισμό των αρδευτικών υποδομών, την προστασία του εδάφους, την αποκατάσταση των καμένων εκτάσεων και την αλλαγή καλλιεργητικών πρακτικών.
Το κόστος αυτό δεν μπορεί να μεταφέρεται αποκλειστικά στους αγρότες, στους κτηνοτρόφους και στα νοικοκυριά. Διαφορετικά, η περιβαλλοντική κρίση κινδυνεύει να εντείνει τις ήδη υπάρχουσες κοινωνικές και περιφερειακές ανισότητες.
Η Ελλάδα ανάμεσα στις περισσότερο εκτεθειμένες χώρες
Στην περίληψη της έκθεσης αναφέρεται ότι το 36% της έκτασης της Ελλάδας βρίσκεται υπό συνθήκες ερημοποίησης, ποσοστό που κατατάσσει τη χώρα στην τρίτη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά την Ισπανία με 53% και την Κύπρο με 45%.
Στον αναλυτικό πίνακα ανά κράτος-μέλος, ωστόσο, το ποσοστό για την Ελλάδα εμφανίζεται ως 30,02%. Η έκθεση δεν παρέχει στο συγκεκριμένο σημείο εξήγηση για την απόκλιση μεταξύ του συνοπτικού και του αναλυτικού στοιχείου.
Η ανακολουθία αυτή χρειάζεται να επισημαίνεται, χωρίς όμως να αναιρεί το περιφερειακό εύρημα για την Πελοπόννησο. Το 51,55% εμφανίζεται χωριστά στον πίνακα με τα στοιχεία ανά περιφέρεια NUTS 2 και αποτελεί το βασικό δεδομένο για την περιοχή.
Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, η Ελλάδα συγκαταλέγεται επίσης στις χώρες με το μεγαλύτερο ποσοστό πληθυσμού που ζει σε περιοχές επηρεαζόμενες από ερημοποίηση. Το σχετικό ποσοστό υπολογίζεται σε 47%, πίσω από την Κύπρο και μπροστά από την Ισπανία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία.
Πάνω από 42 εκατομμύρια άνθρωποι στην Ευρώπη
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι ξηρές περιοχές καλύπτουν περίπου το 15% της επικράτειας. Η ερημοποίηση εκτιμάται ότι επηρεάζει περίπου 530.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, έκταση που αντιστοιχεί περίπου στο 12% του εδάφους της ΕΕ.
Στις περιοχές αυτές ζουν σχεδόν 42 εκατομμύρια άνθρωποι, αριθμός που αντιστοιχεί περίπου στο 9% του πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η έκθεση προειδοποιεί ακόμη ότι περισσότερα από ένα εκατομμύριο τετραγωνικά χιλιόμετρα ευρωπαϊκής γης εμφανίζουν αυξημένο μελλοντικό κίνδυνο ερημοποίησης, με βάση τα σενάρια για την εξέλιξη του δείκτη ξηρότητας κατά την περίοδο 2021-2040.
Η πίεση δεν περιορίζεται πλέον μόνο στις παραδοσιακά ξηρές περιοχές της νότιας Ευρώπης. Στα μελλοντικά σενάρια εμφανίζονται ζώνες αυξημένου κινδύνου και σε χώρες της κεντρικής και της βόρειας Ευρώπης, οι οποίες μέχρι σήμερα δεν θεωρούνταν τμήμα του βασικού γεωγραφικού πυρήνα της ερημοποίησης.
Από την κατάσβεση στην προστασία του εδάφους
Ο Σάκης Αρναούτογλου επισημαίνει ότι η αντιμετώπιση των πυρκαγιών δεν μπορεί να εξαντλείται στην κατάσβεση. Η πρόληψη, η διαχείριση των δασών, η προστασία του εδάφους, η συγκράτηση των υδάτων και η αποκατάσταση των οικοσυστημάτων αποτελούν τμήματα της ίδιας πολιτικής.
Η πρόληψη της ερημοποίησης απαιτεί παρεμβάσεις πριν και μετά από κάθε πυρκαγιά. Περιλαμβάνει τη διαχείριση της καύσιμης ύλης, την προστασία των φυσικών ρεμάτων, τη συντήρηση αναβαθμίδων και μικρών έργων συγκράτησης του νερού, καθώς και την άμεση εφαρμογή αντιδιαβρωτικών μέτρων στις καμένες εκτάσεις.
Στον αγροτικό τομέα χρειάζονται πρακτικές που περιορίζουν την απώλεια νερού και γόνιμου εδάφους χωρίς να οδηγούν σε εγκατάλειψη της παραγωγής. Η διατήρηση της οργανικής ύλης, η φυτοκάλυψη, η αποφυγή καλλιεργητικών πρακτικών που επιταχύνουν τη διάβρωση και η συστηματική παρακολούθηση της αλατότητας μπορούν να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα της γης.
Κρίσιμος είναι και ο ρόλος της Περιφέρειας και των δήμων. Η ευρωπαϊκή χαρτογράφηση χρειάζεται να μετατραπεί σε συγκεκριμένα σχέδια για τις λεκάνες απορροής, τις αγροτικές ζώνες, τους υδροφορείς και τις περιοχές που έχουν πληγεί επανειλημμένα από πυρκαγιές.
Τα σχέδια αυτά απαιτούν τοπικές μετρήσεις, σαφή χρονοδιαγράμματα, εξασφαλισμένη χρηματοδότηση και δημόσια ενημέρωση για την πορεία των παρεμβάσεων. Ένας ευρωπαϊκός χάρτης μπορεί να δείξει το μέγεθος του κινδύνου, δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει την τοπική γνώση και την ευθύνη των αρμόδιων φορέων.
Η προειδοποίηση αφορά το παρόν
Για την Πελοπόννησο, το μήνυμα της έκθεσης δεν αφορά μόνο τις επόμενες δεκαετίες. Η υποβάθμιση της γης συναντά ήδη τη λειψυδρία, τις επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές, την πίεση στην αγροτική παραγωγή και την οικονομική ευαλωτότητα μεγάλου μέρους της κοινωνίας.
Η ερημοποίηση δεν αρχίζει όταν χαθεί και το τελευταίο δέντρο ή όταν εγκαταλειφθεί και το τελευταίο χωράφι. Αρχίζει όταν το έδαφος συγκρατεί λιγότερο νερό, όταν η παραγωγή απαιτεί όλο και περισσότερους πόρους και όταν μια περιοχή δυσκολεύεται να ανακάμψει ύστερα από κάθε νέα ξηρασία ή πυρκαγιά.
Το 51,55% αποτελεί μια σαφή προειδοποίηση. Περισσότερη από τη μισή έκταση της Περιφέρειας Πελοποννήσου βρίσκεται ήδη μέσα στη ζώνη του προβλήματος και η αντιμετώπισή του δεν μπορεί να περιμένει μέχρι το τοπίο να αλλάξει οριστικά.
Πηγή: Joint Research Centre, Towards a better characterisation of land degradation and desertification in the European Union – An assessment, 2026.
