Η ανθρωποκτονία ενός 59χρονου δεν μπορεί να μετατρέπεται σε αφορμή για να μπει στο εδώλιο ένας ολόκληρος πληθυσμός εργατών γης. Οι κατηγορούμενοι είναι δύο συγκεκριμένοι άνθρωποι. Όχι οι εκατοντάδες μετανάστες που ζουν και εργάζονται στην περιοχή.
Η δολοφονία του 59χρονου στα Ίρια είναι ένα βαρύ έγκλημα. Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση της Ελληνικής Αστυνομίας, για την υπόθεση συνελήφθησαν δύο άνδρες, ηλικίας 20 και 24 ετών, σε βάρος των οποίων σχηματίστηκε δικογραφία για ανθρωποκτονία, ληστεία και παράβαση της νομοθεσίας περί όπλων. Την ποινική τους ευθύνη θα κρίνει η Δικαιοσύνη.
Μέχρι εδώ τα γεγονότα είναι συγκεκριμένα. Υπάρχει ένα θύμα και δύο κατηγορούμενοι.
Από αυτό το σημείο μέχρι την ερώτηση «πόσοι αλλοδαποί βρίσκονται στα Ίρια;» μεσολαβεί ένα τεράστιο άλμα. Ένα άλμα που δεν στηρίζεται σε κανένα επίσημο δεδομένο, αλλά σε αριθμούς οι οποίοι, κατά δήλωση εκείνου που τους αναπαράγει, προέρχονται από όσα «άκουσε» στο χωριό: άλλοι είπαν 700, άλλοι 1.000.
Αυτή δεν είναι καταγραφή. Είναι φημολογία.
Και, κυρίως, δεν έχει καμία αιτιώδη σχέση με το έγκλημα.
Όταν δύο Έλληνες κατηγορούνται για μια ανθρωποκτονία, κανείς δεν αναρωτιέται πόσοι Έλληνες κατοικούν στην περιοχή. Δεν ζητά καταμέτρηση του ντόπιου πληθυσμού, δεν εξετάζει συλλογικά τη νομιμότητα της διαμονής του και δεν συνδέει την πράξη δύο προσώπων με την παρουσία χιλιάδων ομοεθνών τους.
Όταν όμως οι κατηγορούμενοι είναι μετανάστες, η ατομική πράξη μετατρέπεται με εντυπωσιακή ευκολία σε «ζήτημα αλλοδαπών».
Οι πράξεις έχουν δράστες, όχι εθνικότητες
Η ποινική ευθύνη είναι ατομική. Δεν κληρονομείται από ανθρώπους με το ίδιο χρώμα δέρματος, την ίδια χώρα καταγωγής ή την ίδια εργασιακή ιδιότητα.
Οι εργάτες γης που βρίσκονται στα Ίρια δεν αποτελούν μια αδιαφοροποίητη μάζα. Είναι άνθρωποι με διαφορετικές διαδρομές, οικογένειες, άδειες διαμονής, εργοδότες και συνθήκες εργασίας. Το γεγονός ότι δύο πρόσωπα κατηγορούνται για ένα αποτρόπαιο έγκλημα δεν μετατρέπει τους υπόλοιπους σε εν δυνάμει εγκληματίες.
Η συλλογική υποψία δεν γίνεται λιγότερο ρατσιστική όταν συνοδεύεται από τη διευκρίνιση ότι «δεν έχει σχέση με ρατσισμό ή ξενοφοβία». Ούτε εξαφανίζεται επειδή τυλίγεται με αναφορές στη δημόσια υγεία, στην ασφάλεια και στη νομιμότητα.
Αν το πρώτο ερώτημα που γεννά μια ανθρωποκτονία είναι πόσοι «ξένοι» υπάρχουν στο χωριό, η σύνδεση έχει ήδη γίνει.
Ποιος προσλαμβάνει και ποιος στεγάζει τους εργάτες;
Υπάρχει, πράγματι, σοβαρό ζήτημα με τις συνθήκες εργασίας και διαμονής των εργατών γης. Δεν εμφανίστηκαν όμως εκατοντάδες άνθρωποι στα Ίρια από μόνοι τους, σαν ανεξήγητο φυσικό φαινόμενο.
Κάποιος τους προσλαμβάνει.
Κάποιος αξιοποιεί την εργασία τους.
Κάποιος δηλώνει ή δεν δηλώνει την απασχόλησή τους.
Κάποιος τους διαθέτει ή τους νοικιάζει αποθήκες και μικρούς χώρους, στους οποίους, σύμφωνα με τις καταγγελίες που κυκλοφορούν, μπορεί να στοιβάζονται δέκα και είκοσι άνθρωποι.
Αν εργαζόμενοι κατοικούν σε ακατάλληλα καταλύματα, οι έλεγχοι δεν πρέπει να αρχίσουν από την καταγωγή τους. Πρέπει να αρχίσουν από εκείνους που τους στεγάζουν και κερδίζουν από την εργασία τους.
Αν υπάρχει αδήλωτη απασχόληση, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο εργαζόμενος που ίσως δεν διαθέτει τα σωστά έγγραφα. Υπάρχει και εργοδότης που τον απασχολεί, παραγωγή που συγκομίζεται, προϊόν που πωλείται και οικονομικό όφελος που καταλήγει κάπου.
Η ίδια η Επιθεώρηση Εργασίας έχει αρμοδιότητα να ελέγχει την εφαρμογή της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας, τις συνθήκες εργασίας, την ασφαλιστική κάλυψη και την αδήλωτη ή παράνομη απασχόληση. Η αδήλωτη εργασία δεν αποτελεί κάποιο έμφυτο χαρακτηριστικό του αλλοδαπού εργαζομένου. Είναι εργασιακή παραβατικότητα στην οποία συμμετέχει και εκείνος που προσλαμβάνει.
Χωρίς αυτούς, ποιος θα μαζέψει την παραγωγή;
Η τοπική οικονομία χρειάζεται τους εργάτες γης. Η έλλειψή τους έχει συνδεθεί επανειλημμένα με καθυστερήσεις στη συγκομιδή, αύξηση του κόστους και απώλειες για την αγροτική παραγωγή, στην Αργολίδα και στην υπόλοιπη Πελοπόννησο.
Η αντίφαση είναι κραυγαλέα.
Η τοπική οικονομία θέλει τους μετανάστες όταν σκύβουν στα χωράφια, μαζεύουν την παραγωγή και εργάζονται με χαμηλές αμοιβές. Όταν όμως συμβεί ένα έγκλημα, η παρουσία τους παρουσιάζεται ξαφνικά σαν αριθμητική απειλή για το χωριό.
Τους θέλουμε ως εργατικά χέρια, αλλά δυσκολευόμαστε να τους αναγνωρίσουμε ως κατοίκους, γείτονες και ανθρώπους με δικαιώματα.
Αυτή η βολική αντίφαση επιτρέπει στην τοπική κοινωνία να απολαμβάνει την εργασία τους και ταυτόχρονα να τους κρατά στο περιθώριο. Αόρατους όταν δουλεύουν, ύποπτους όταν ένας από αυτούς κατηγορηθεί για κάτι.
Η Αστυνομία κάνει καλά τη δουλειά της μόνο όταν πυροβολεί;
Υπάρχει και μια δεύτερη αντίφαση, η οποία δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη.
Πριν από λιγότερο από έναν μήνα, μετά τον θανάσιμο πυροβολισμό του 20χρονου με αναπηρία στο Άργος από αστυνομικούς της ΟΠΚΕ, οι φωνές που ασκούσαν κριτική στην αστυνομική επιχείρηση παρουσιάζονταν περίπου ως άνθρωποι που θέλουν μια Αστυνομία αδρανή και ανίκανη να προστατεύσει την κοινωνία.
Το επιχείρημα διατυπώθηκε μάλιστα με ιδιαίτερη σαφήνεια: αν η καταδίωξη είχε προκαλέσει τον θάνατο κάποιου παιδιού, πεζού ή άλλου οδηγού, εκείνοι που επέκριναν τους αστυνομικούς θα τους κατηγορούσαν ότι «δεν έκαναν τη δουλειά τους».
Ο 20χρονος, σύμφωνα με όσα δήλωσε η μητέρα του και με τις ιατρικές γνωματεύσεις που επικαλέστηκε, βρισκόταν στο φάσμα του αυτισμού, είχε ποσοστό αναπηρίας 89% και αντιμετώπιζε σοβαρές δυσκολίες στην επικοινωνία. Πυροβολήθηκε στο κεφάλι κατά τη διάρκεια της καταδίωξης στις 8 Ιουλίου 2026 και πέθανε έπειτα από τέσσερις ημέρες νοσηλείας. Οι δύο αστυνομικοί είχαν ήδη κριθεί προσωρινά κρατούμενοι.
Παρ’ όλα αυτά, το ενδιαφέρον στράφηκε τότε κυρίως στην υπεράσπιση των αστυνομικών που πυροβόλησαν και λιγότερο στο γιατί μια επιχείρηση σύλληψης κατέληξε με έναν νέο άνθρωπο νεκρό και δεκατρείς κάλυκες να έχουν περισυλλεγεί από το σημείο.
Σήμερα, οι ίδιες φωνές ανακαλύπτουν ξαφνικά ότι μπορεί η Αστυνομία και οι αρμόδιες αρχές να μην κάνουν καλά τη δουλειά τους. Αναρωτιούνται αν γίνονται έλεγχοι στα Ίρια, αν είναι καταγεγραμμένοι οι αλλοδαποί εργάτες και αν ελέγχεται η νομιμότητα της παρουσίας και της εργασίας τους.
Πότε λοιπόν κάνει καλά τη δουλειά της η Αστυνομία;
Όταν δύο αστυνομικοί πυροβολούν έναν 20χρονο με αναπηρία, η κριτική θεωρείται «εύκολη καταδίκη» και έλλειψη στήριξης στους ένστολους. Όταν όμως το θέμα αφορά εκατοντάδες μετανάστες, η απουσία ελέγχων παρουσιάζεται ως απειλή για τη δημόσια τάξη, την υγεία και την ασφάλεια.
Πρόκειται για μια πολύ βολική αντίληψη περί αστυνόμευσης: σκληρή και σχεδόν ανεξέλεγκτη απέναντι στους κοινωνικά αδύναμους, αλλά ταυτόχρονα κατηγορούμενη για αδράνεια όταν δεν πραγματοποιεί αρκετούς ελέγχους στους «ξένους».
Η συνέπεια, όμως, δεν μπορεί να αλλάζει ανάλογα με την ταυτότητα εκείνου που βρίσκεται απέναντι από την Αστυνομία. Δεν γίνεται οι αστυνομικές αρχές να θεωρούνται εκ προοιμίου άξιες υπεράσπισης όταν ένας άνθρωπος πέφτει νεκρός από αστυνομικά πυρά και ξαφνικά ανεπαρκείς όταν χρειάζεται να ενισχυθεί ένα αφήγημα φόβου γύρω από τους μετανάστες.
Οι αρχές πρέπει να ελέγχονται πάντοτε. Για τις συνθήκες υπό τις οποίες χρησιμοποιούν τα όπλα τους, για τον σεβασμό των δικαιωμάτων των πολιτών, για την πρόληψη του εγκλήματος και για την εφαρμογή της εργατικής και μεταναστευτικής νομοθεσίας.
Όχι μόνο όταν ο έλεγχος μπορεί να στραφεί εναντίον των ανθρώπων που βρίσκονται στο χαμηλότερο σκαλοπάτι της κοινωνικής και οικονομικής ιεραρχίας.
Η ασφάλεια δεν χτίζεται με φήμες
Οι κάτοικοι των Ιρίων έχουν δικαίωμα να αισθάνονται ασφαλείς. Το ίδιο δικαίωμα έχουν και οι εργάτες γης που ζουν στην περιοχή.
Η ασφάλεια, όμως, δεν υπηρετείται με ανεπιβεβαίωτους αριθμούς, συλλογικές υποψίες και υπαινιγμούς ότι ένας μεγάλος αριθμός αλλοδαπών αποτελεί από μόνος του πρόβλημα. Υπηρετείται με αστυνομική έρευνα για συγκεκριμένα αδικήματα, με ελέγχους στους χώρους εργασίας, με δηλωμένη απασχόληση, με αξιοπρεπή καταλύματα και με εφαρμογή της νομοθεσίας προς όλες τις κατευθύνσεις.
Είναι θεμιτό να ζητά κανείς να γνωρίζει πόσοι άνθρωποι εργάζονται στην περιοχή και υπό ποιες συνθήκες. Αρκεί να ζητά ταυτόχρονα να μάθει:
Πόσοι εργοδότες τούς απασχολούν;
Πόσοι καταβάλλουν κανονικά εργόσημο και ασφαλιστικές εισφορές;
Πόσοι δηλώνουν τον πραγματικό αριθμό εργαζομένων;
Ποιοι διαθέτουν ακατάλληλους χώρους για τη διαμονή τους;
Πόσοι έλεγχοι έχουν πραγματοποιηθεί από την Επιθεώρηση Εργασίας, την Περιφέρεια, τον Δήμο και τις υγειονομικές υπηρεσίες;
Χωρίς αυτές τις ερωτήσεις, η απαίτηση για «καταγραφή των αλλοδαπών» δεν αποτελεί ολοκληρωμένο ενδιαφέρον για τη νομιμότητα. Αποτελεί επιλεκτική εστίαση στους πιο αδύναμους κρίκους μιας οικονομικής αλυσίδας από την οποία επωφελούνται πολλοί.
Το έγκλημα δεν νομιμοποιεί τη συλλογική ενοχή
Ο 59χρονος που δολοφονήθηκε δικαιούται δικαιοσύνη. Η μνήμη του δεν υπηρετείται με τη μετατροπή του εγκλήματος σε όχημα καχυποψίας απέναντι σε εκατοντάδες ανθρώπους που δεν έχουν καμία σχέση με την πράξη.
Οι δύο κατηγορούμενοι πρέπει να λογοδοτήσουν για όσα τους αποδίδονται.
Οι αρμόδιες αρχές πρέπει να ελέγξουν την εργασία, τη στέγαση και την εκμετάλλευση των εργατών γης.
Οι εργοδότες πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες που τους αναλογούν.
Η τοπική κοινωνία, τέλος, πρέπει να αποφασίσει αν θα αντιμετωπίσει τους ανθρώπους που στηρίζουν την αγροτική της παραγωγή ως εργαζομένους με δικαιώματα ή ως έναν ανώνυμο και βολικό πληθυσμό υπό διαρκή υποψία.
Η δολοφονία στα Ίρια ανέδειξε πράγματι ένα ζήτημα που δεν πρέπει να αγνοήσουμε: πόσο εύκολα το έγκλημα δύο ανθρώπων μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ενοχοποιηθούν εκατοντάδες άλλοι.
