Για δεκαετίες, μια βαθιά ριζωμένη πεποίθηση κυριαρχούσε τόσο στο ευρύ κοινό όσο και σε μερίδα της ιατρικής κοινότητας: ότι το έντονο ψυχολογικό στρες, οι τραυματικές εμπειρίες, όπως ένα βαρύ πένθος, ή ακόμα και μια απαισιόδοξη στάση ζωής, μπορούν να «πυροδοτήσουν» την ανάπτυξη καρκίνου. Πολλοί ασθενείς, μάλιστα, συχνά αναζητούν την αιτία της νόσου τους στις δυσκολίες που πέρασαν.
Ωστόσο, μια νέα, ογκώδης επιστημονική μελέτη έρχεται να ανατρέψει πλήρως αυτή την κρατούσα άποψη, προσφέροντας ανακούφιση σε εκατομμύρια ανθρώπους. Τα επιστημονικά δεδομένα είναι πλέον ξεκάθαρα: η ψυχική διάθεση δεν εμπλέκεται άμεσα στην ανάπτυξη των κακοηθειών.
Η «ακτινογραφία» της μελέτης
Τα αποκαλυπτικά ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο έγκριτο ιατρικό περιοδικό Cancer. Προκειμένου να δώσουν μια οριστική απάντηση, οι ερευνητές δεν βασίστηκαν σε μεμονωμένα περιστατικά, αλλά προχώρησαν σε μια μαζική μετα-ανάλυση δεδομένων.
Συγκεκριμένα, παρακολούθησαν 421.799 εθελοντές από τέσσερις ανεπτυγμένες χώρες (Βρετανία, Ολλανδία, Καναδάς και Νορβηγία). Οι συμμετέχοντες, προερχόμενοι από 22 διαφορετικές μεγάλες ερευνητικές ομάδες, παρακολουθήθηκαν κατά μέσο όρο για 15 χρόνια (από 6 έως 26 έτη). Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, περίπου 35.319 άτομα διαγνώστηκαν με διάφορους τύπους της νόσου (όπως καρκίνο του μαστού, του πνεύμονα, του προστάτη και του παχέος εντέρου).
Οι επιστήμονες έβαλαν στο «μικροσκόπιο» συγκεκριμένους ψυχοκοινωνικούς παράγοντες για να δουν αν συνδέονται με τη διάγνωση:
- Τα γενικότερα επίπεδα άγχους.
- Την απουσία υποστηρικτικού κοινωνικού και οικογενειακού περιβάλλοντος.
- Την πρόσφατη απώλεια αγαπημένων προσώπων.
- Την οικογενειακή κατάσταση.
- Τον νευρωτισμό (ως μόνιμο, αρνητικό χαρακτηριστικό της προσωπικότητας).
Τα αποτελέσματα καταρρίπτουν τους μύθους
Το συμπέρασμα ήταν κατηγορηματικό: Κανένας από αυτούς τους ψυχολογικούς παράγοντες δεν φάνηκε να αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου. Η απουσία συσχέτισης ίσχυε τόσο για τη νόσο γενικά, όσο και για συγκεκριμένους τύπους (μαστού, προστάτη, παχέος εντέρου), αλλά και για καρκίνους που σχετίζονται με την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ.
Σημειώθηκε μόνο μια οριακή αύξηση (γύρω στο 5%) στον κίνδυνο για καρκίνο του πνεύμονα σε άτομα με χαμηλή κοινωνική στήριξη, γεγονός που οι ειδικοί αποδίδουν αυστηρά στις συνήθειες καπνίσματος και όχι στο ίδιο το στρες.
Ο πραγματικός ένοχος
Αν το άγχος δεν αλλοιώνει άμεσα τα κύτταρα μετατρέποντάς τα σε καρκινικά, τότε πώς εξηγούνται οι όποιες συνδέσεις υποδείκνυαν παλαιότερες, μικρότερες έρευνες; Η απάντηση κρύβεται στη συμπεριφορά.
Η επικεφαλής ερευνήτρια, Dr. Lonneke van Tuijl από το Πανεπιστήμιο του Groningen της Ολλανδίας, ξεκαθαρίζει το τοπίο: Το πρόβλημα δεν είναι το στρες αυτό καθ’ αυτό, αλλά οι καταχρήσεις στις οποίες συχνά οδηγεί. Οι άνθρωποι που βιώνουν έντονη ψυχολογική πίεση είναι στατιστικά πιο πιθανό να:
- Καπνίζουν περισσότερο.
- Καταναλώνουν μεγαλύτερες ποσότητες αλκοόλ.
- Στρέφονται σε ανθυγιεινές, παχυντικές διατροφικές επιλογές.
Αυτές ακριβώς οι ανθυγιεινές συνήθειες διαβίωσης είναι που ανοίγουν την πόρτα στον καρκίνο, και όχι η αρνητική ψυχολογία.
Όπως καταλήγουν οι επιστήμονες, η καλή ψυχική υγεία και η αισιοδοξία παραμένουν κρίσιμα «εργαλεία» για την ποιότητα ζωής και τη σωστή διαχείριση μιας ασθένειας κατά την ανάρρωση. Ωστόσο, είναι ιατρικά ανακριβές -και συχνά άδικο για τους ασθενείς- να θεωρούμε ότι οι ψυχολογικές δυσκολίες αποτέλεσαν την αιτία της νόσησής τους.











