Το καλοκαίρι είχε πρόγραμμα, και μέσα σ’ αυτό υπήρχαν οι κατασκηνώσεις, οι οικογένειες, τα παιδιά.
Ο Ταΰγετος άνοιγε την αγκαλιά του χωρίς εισιτήριο, χωρίς αναζητήσεις, χωρίς αμφιβολίες.
Για εμάς τους μικρούς, η ψυχαγωγία ήταν εγγυημένη. Χώμα στα γόνατα, ρετσίνι στα χέρια, γέλια που αντηχούσαν στα έλατα. Οι μέρες κυλούσαν αργά, όπως μόνο τότε ήξεραν να κυλούν. Ο χρόνος δεν μετρούσε – απλώς ζούσαμε.
Σήμερα, η δασική αναψυχή δεν είναι πια αυτονόητη. Την αναζητούμε μόνοι ή ομαδικά, σαν κάτι πολύτιμο που χάθηκε και προσπαθούμε να το ξαναβρούμε.

Δεν μας περιμένει· την κυνηγάμε. Κι αυτές τις μέρες, που ο δρόμος προς το «τουριστικό» βυθίστηκε, η απόσταση μέχρι τις κατασκηνώσεις είναι και γεωγραφική. Συναγωνίζεται το χάσμα του χρόνου.
Σαράντα χρόνια που δεν είναι απλώς χρόνια – είναι ζωές ολόκληρες. Ο δρόμος υπάρχει ακόμα αλλά βυθισμένος. Αλλά εκείνο το καλοκαίρι, εκείνη η αίσθηση ασφάλειας, εκείνη η αθωότητα…
Μένουν πια μόνο μέσα μας. Σαν φωτιά που σιγοκαίει και μας θυμίζει ποιοι ήμασταν, κάτω από τα δέντρα του Ταΰγετου.
Γιάννης Λασκαρης
Παλαιός κατασκηνωτης /αρχηγός& ομαδάρχης κατασκηνώσεις Ταϋγετου.












