Η Σοφία Μαγκνταλένα Σολ γεννήθηκε το 1921 στη νοτιοδυτική Γερμανία, μέσα σε μια οικογένεια που την ανέθρεψε με βαθιές χριστιανικές αξίες και αίσθηση δικαιοσύνης.
της Ιωάννας Ιωαννίδη
Ο πατέρας της, Ρόμπερτ, φιλελεύθερος δήμαρχος, και η μητέρα της, Μαγκνταλένα, φρόντισαν να εμφυσήσουν στα παιδιά τους το θάρρος να στέκονται όρθια απέναντι στο άδικο. Από μικρή, η Σόφι αγαπούσε το διάβασμα και διακρινόταν στις σπουδές της. Ωστόσο, η άνοδος του ναζισμού στη Γερμανία σκίασε τη νεότητά της και δοκίμασε την πίστη της στις αρχές της.
Ενώ τα αδέλφια της γοητεύονταν από τις νεανικές ναζιστικές οργανώσεις, η ίδια αρνήθηκε να στραφεί ενάντια στους Εβραίους φίλους της και να υποκύψει στις απαγορεύσεις. Οι Νόμοι της Νυρεμβέργης του 1935, που τους απέκλεισαν από το σχολείο και την καθημερινή ζωή, την πλήγωσαν βαθιά. Όταν ο μεγαλύτερος αδελφός της, Χανς, συνελήφθη για συμμετοχή σε ανεξάρτητη νεανική ομάδα, η Σόφι επηρεάστηκε ανεπανόρθωτα. Ο πατέρας τους τους παρότρυνε: «Να ζείτε όρθιοι και με ελεύθερο πνεύμα, όσο δύσκολο κι αν είναι».

Φοιτήτρια βιολογίας και φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, η Σόφι ήρθε αντιμέτωπη με την ωμή πραγματικότητα: τα εγκλήματα των ναζί και την καταπίεση που απλωνόταν σε όλη τη χώρα. Ο Χανς μαζί με φίλους ίδρυσε την αντιστασιακή ομάδα «Λευκό Ρόδο», και η Σόφι στάθηκε στο πλευρό τους. Παρά τους κινδύνους, τύπωναν και διένειμαν φυλλάδια που καλούσαν τον γερμανικό λαό να αντισταθεί, καταγγέλλοντας τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τις μαζικές εκτελέσεις. «Δεν θα σωπάσουμε. Είμαστε η συνείδησή σας», έγραφαν.
Από τον Ιούνιο του 1942 έως τον Φεβρουάριο του 1943, τα φυλλάδια του «Λευκού Ρόδου» συγκλόνισαν τη Γερμανία. Για πρώτη φορά, μια ομάδα νέων ύψωνε δημόσια φωνή ενάντια στον Χίτλερ. Γκράφιτι με τη λέξη «Ελευθερία» και το σύνθημα «Κάτω ο Χίτλερ» στόλισαν τοίχους του Μονάχου. Η πράξη αυτή δεν ήταν μόνο πολιτική, αλλά βαθιά ηθική: μια κραυγή ενάντια στην απανθρωπιά.
Στις 18 Φεβρουαρίου 1943, η Σόφι και ο Χανς έγιναν αντιληπτοί ενώ μοίραζαν φυλλάδια στο πανεπιστήμιο. Συνελήφθησαν μαζί με τον φίλο τους, Κρίστοφ Προμπστ. Η δίκη που ακολούθησε ήταν μια τυπική παρωδία δικαιοσύνης. Η Σόφι, όμως, στάθηκε με αλύγιστο θάρρος απέναντι στους δικαστές: «Αυτά που γράψαμε και είπαμε τα πιστεύουν και πολλοί άλλοι. Απλώς δεν τολμούν να το πουν». Παρά τη γενναιότητά της, η απόφαση ήταν αμείλικτη: εκτέλεση.
Στις 22 Φεβρουαρίου 1943, μόλις λίγες ώρες μετά τη δίκη, η Σόφι, ο Χανς και ο Κρίστοφ οδηγήθηκαν στη γκιλοτίνα. Ήταν μόλις 22 ετών. Η ηρεμία και η αξιοπρέπειά της μέχρι την τελευταία στιγμή μετατράπηκαν σε αιώνιο σύμβολο αντίστασης.

Η κληρονομιά της Σόφι Σολ δεν έσβησε με τον θάνατό της. Τα φυλλάδια του «Λευκού Ρόδου» πέρασαν στα χέρια των Συμμάχων, οι οποίοι τα διένειμαν σε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα ως «Μανιφέστο των φοιτητών του Μονάχου», συνεχίζοντας τη φωνή της αντίστασης. Η γενναιότητά της τιμάται μέχρι σήμερα σε μνημεία, ταινίες και βιβλία, υπενθυμίζοντας πως η αλήθεια μπορεί να ακουστεί ακόμη και μέσα στο πιο βαθύ σκοτάδι.
Οι γυναίκες του σήμερα αντλούν από τη Σόφι Σολ το μήνυμα ότι η αληθινή δύναμη δεν μετριέται με όπλα ή εξουσία, αλλά με την ακεραιότητα και το θάρρος να υπερασπίζεσαι το δίκαιο, ακόμα κι αν είσαι μόνη απέναντι στην αδικία. Μας θυμίζει πως η ελευθερία δεν είναι δεδομένη, αλλά κερδίζεται με την τόλμη της αλήθειας. Η φωνή της Σόφι γίνεται σήμερα η φωνή κάθε γυναίκας που στέκεται όρθια απέναντι στην καταπίεση και παλεύει για έναν κόσμο πιο δίκαιο, πιο ανθρώπινο, πιο ελεύθερο.











